30 Αυγ 2014

Τεύχος 123, Περιεχόμενα του τεύχους 30 Αυγούστου – 6 Σεπτεμβρίου 2014

Δέφτερη Ανάγνωση
Εναλλακτική Πληροφόρηση

Ειδήσεις για τη βδομάδα και σχόλια για τις εξελίξεις

Περιεχόμενα του τεύχους 30 Αυγούστου – 6 Σεπτεμβρίου 2014:
 Τεύχος 123

ΤΟΠΙΚΑ

  • Το σιριαλ του Φθινοπώρου, http://2ha-cy.blogspot.com/2014/08/blog-post_47.html
  • Η «μάχη των εκποιήσεων»: Οι ιστορικές - πολιτισμικές προεκτάσεις και η υπόγεια κρίση νομιμότητας της εξουσίας – όταν ένα νομοσχέδιο που δεν μπορούσε, δήθεν να αλλάξει, ξαφνικά γίνεται ανοικτό σε συζήτηση και αλλαγές , τότε το θέμα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι έλεγαν ψέματα, αλλά ότι έχασαν το παιχνίδι του θεάματος που κατασκεύαζαν, http://2ha-cy.blogspot.com/2014/08/blog-post_66.html
  • Η αντιπαράθεση για τις εκποιήσεις στα ΜΜΕ: η κρίση νομιμοποίησης στον ηγεμονικό λόγο και οι μορφές ρητορικών υπεκφυγών των απολογητών του τραπεζιτικού κατεστημένου - εκβιασμοί, καλοπιάσματα και η τακτική των «ίσων αποστάσεων»- «εγώ εν τζαι..» [μια ενδεικτική ανάλυση της διαμάχης στο Φιλελεύθερο], http://2ha-cy.blogspot.com/2014/08/blog-post_44.html

ΔΙΕΘΝΗ

 

ΚΙΝΗΜΑΤΑ:

 Αφιέρωμα στην υπεράσπιση των «Κοινών»


  • Το αντί-οικολογικό κίνημα για την ανάπτυξη του Ακάμα: Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, http://2ha-cy.blogspot.com/2014/08/blog-post_30.html


Σπόντες,


Τα σίριαλ του φθινοπώρου


Μετά την διακοπή για τις διακοπές, το σίριαλ “συνομιλίες για το Κυπριακό”, ξαναρχίζει στις 2 Σεμπτεβρίου. Το Κυπριακό όπως και πολλά άλλα ζητήματα που ταλανίζουν τον πλανήτη είναι πιο μακρόβια από όσα πετυχημένα σίριαλ έφτιαξε το ταλέντο των σεναριογράφων των τηλεοπτικών σειρών. Στα τηλεοπτικά σίριαλ μπορείς να σπάζεις το κεφάλι σου για να βρείς τι άραγε θα φανταστεί ο σκηνοθέτης για να δώσει συνέχεια στο σίριαλ, μέσα στα πλαίσια του προς διάθεση κονδυλίου, και μέσα στα πλαίσια της προσδωκόμενης τηλεθέασης. Το Κυπριακό μπορεί να συνεχίζεται στηριζόμενο περισσότερο στην επανάληψη βασικών “λέξεων κλειδιών” όπως παραδείγματος χάριν “ το κλειδί επίλυσης ευρίσκεται στην Άγκυρα”, “με βάση αρχές και αξίες”, “ η σωτηρία του κυπριακού Ελληνισμού”, “ εμείς πρώτοι ενδιαφερόμαστε για λύση όσο το δυνατόν πιο σύντομα”, “ να κάμψουμε τον τουρκικό επεκτατισμό” “ενωμένοι όλοι μαζί” κλπ. Οι ηθοποιοί μπορούν εύκολα να αποστηθίζουν τα λόγια τους είτε μιμούνται πολιτικούς είτε δημοσιογράφους είτε αναλυτές. Οι θεατές αρέσκονται να τους ακούν γιατί ξέρουν ήδη τα λόγια απ έξω και δεν χρειάζεται να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Αρκετοί χειροκροτούν ή βρίζουν πριν να ειπωθούν οι φράσεις. Αυτό λοιπόν το σίριαλ που προσομοιάζει και στο λάιφ σιοόυ, δεν έχει άνάγκη κοστολόγησης γιατί κανείς δεν το κοστολογεί. Τα κονδύλια του είναι χαμένα μέσα στον κρατικό προυπολογισμό με διάφορα ονόματα, “ άμυνας, υπ εξωτερικών κλπ...”. Έτσι λεφτά υπάρχουν πάντα, το σενάριο αλλάζει όταν αλλάζει ελαφρώς, αλλά πάντα πατά γερά στο ήδη επιτυχημένο στόρυ.

Αν θυμάστε πριν τις διακοπές, οι συνομιλίες είχαν φτάσει σ’ ένα περίεργο αδιέξοδο. Από την μιά είχε ειπωθεί ότι λίγο πολύ οι πλευρές εισέρχονται στο τρίτο στάδιο, δηλαδή αυτό του πάρε δώσε, μετά την κατάθεση του συνόλου των θέσεων και από τους δύο, αλλά ταυτόχρονα είχε παρατηρηθεί ότι “οι θέσεις της άλλης πλευράς ήταν εκτός πλαισίου” και οι συνομιλίες ήταν έτοιμες να καταρρεύσουν.

Τι άραγε θα σκαρφιστεί ο Έσπαν Μπαχτ Άιντα;
Εδώ έρχεται ο απο μηχανής θεός. Ο νέος ειδικός απεσταλμένος του ΓΓ του ΟΗΕ. Οι ειδικοί απεσταλμένοι έχουν την ιδιότητα να έρχονται καλοί και να φεύγουν κακοί όπως εξ αλλου και οι ίδιοι οι ΓΓ. Ο νέος που θα έλθει, όπως και ο προηγούμενος δεν θα έχει το δικαίωμα να κάνει προτάσεις και ούτε να επιδιαιτητεύσει. Το 2004 μετά την επιδιαιτησία παρ ολίγο το σίριαλ να διακοπεί.
Τι άραγε θα σκαρφιστεί ο Έσπαν Μπαχτ Άιντα για να συνεχιστεί το σίριαλ; Όχι πως υπάρχει κίνδυνος να διακοπεί, διότι έχουμε μάθει να μην αποδεχόμαστε ούτε επιδιαιτησία ούτε χρονοδιαγράμματα. Αυτά είναι θανάσιμοι κίνδυνοι για κάθε σίριαλ. Υπάρχει όμως πάντα μια αγωνία όπως και να το κάνεις. “Πώς θα παν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους τελικά”; Μια απάντηση δίνουν οι απόδημοι που και φέτος όπως κάθε χρόνο ( πρόκειται για στάνταρ επεισόδιο του σίριαλ) δίνουν το παρόν τους στο αγώνα.
Οι απόδημοι Κύπριοι δήλωσαν υπερήφανοι για τον αξιοπρεπή τρόπο με τον οποίο ο κυπριακός λαός αντιμετώπισε την οικονομική κρίση. Σε ομιλίες τους οι ηγέτες των ομογενειακών οργανώσεων διατύπωσαν ικανοποίηση για τη βελτίωση των σχέσεων Λονδίνου – Λευκωσίας και για την αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ στο Κυπριακό, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι οι συγκυρίες ευνοούν την ανανέωση της προσπάθειας για λύση του Κυπριακού μέσα από ξεκάθαρη στρατηγική και ενωμένο υπό τον Πρόεδρο του κράτους εσωτερικό μέτωπο”. (Δελτίο Τύπου ΚΥΠΕ 25.8.14)
Η αναφορά στην οικονομική κρίση δεν γίνεται σε συσχετισμό με την επίδραση της στην λύση και θα έπρεπε να την αφαιρέσω από το κόπι πέιστ αλλά την άφησα διότι ήβρα την πολλά χρήσιμη για την “αισθητική αντίληψη” των οργανωμένων αποδήμων. Βρε τους λεβέντες από που βρίσκουν να αντλούν την περηφάνεια τους... Λέτε να είναι ανάμεσα στους νέους επενδυτές στην Ελληνική ή την τράπεζα Κύπρου;
Εν πάση περιπτώσει στο Κυπριακό βλέπουν Λονδίνο, Ουάσσιγκτον και “ξεκάθαρη στρατηγική και ενωμένο υπό τον Πρόεδρο του κράτους εσωτερικό μέτωπο”.

Εργαζόμαστε πολύ σκληρά με την εβραϊκή κοινότητα”
Ο κ. Κρίστοφερ από τις ΗΠΑ είπε πως για πρώτη φορά βλέπει νέες δυνατότητες που ανανεώνουν το όραμα και αυτές πηγάζουν από την ενέργεια και τα ενεργειακά αποθέματα της Κύπρου που αφορούν την Ευρώπη, και έκανε λόγο σε αποτυχημένη πολιτική Νταβούτοβλου σε Αίγυπτο, Συρία και Ισραήλ.

Εργαζόμαστε πολύ σκληρά με την εβραϊκή κοινότητα”, ανέφερε, προσθέτοντας ότι “η αμερικανική πολιτική που ήταν καθηλωμένη για χρόνια προς τις τουρκικές θέσεις, έχει αλλάξει με πρώτο βήμα την επίσκεψη Μπάιτεν”.(ΚΥΠΕ 25.8.14).

...έκανε λοιπόν λόγο για αποτυχημένη πολιτική Νταβούτογλου και σε σχέση με το Ισραήλ. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσει αυτό το σαΐνι γιατί απότυχε η τουρκική πολιτική στο Ισραήλ. Επειδή μήπως κατάφερε η κακιά Τουρκία να ευθυγραμμιστεί με τα αισθήματα εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη ενάντια στο αιματοκύλισμα στη Γάζα.'Η μήπως θεωρεί ο κ Κρίστοφερ ότι συμφέρει στην Κύπρο να την αγαπούν οι αραβικοί λαοί όσο αγαπούν τον Ισραήλ. Ο ίδιος ο ισραηλινός λαός θα πρέπει να καταλάβει σύντομα ότι κάποτε, σε μερικές απλώς δεκαετίες τα πετρέλαια θα τελειώσουν, και κανένας δεν θα χρειάζεται ένα κρατίδιο τρομοκράτη της περιοχής. Η ύπαρξη των Ισραηλινών στην περιοχή θα εξαρτηθεί τότε από τις σχέσεις ειρηνικής γειτονίας κι όχι τον τσαμπουκά. Κάτι ανάλογο θα πρέπει να σκεφτούν και οι Κύπριοι οι οποίοι με πολύ γρήγορους ρυθμούς καταστρέφουν ότι θετικό οικοδομήθηκε με τους αραβικούς λαούς τις προηγούμενες δεκαετίες και διασυνδέουν την τύχη της Κύπρου με τον κακόφημο γείτονα τους.

...κι ένας μικρός στρατός
Ο κύριος Κρίστοφερ έκανε τις δηλώσεις του μια δυο μέρες πριν την τελευταία εκεχειρία στη Γάζα. Ενώ μιλά για συνεργασία με το ευραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ και για συνεργασία με ΗΠΑ Ισραήλ δεν βρίσκει τίποτε να πει για τη σφαγή των Παλαιστινίων εκατό χιλιόμετρα πιο κάτω. Πρόκειται για μια σφαγή που κάνει αρκετούς Κύπριους να αισθάνονται άβολα για να πούμε το ελάχιστο, για τη νέα σχέση της Κύπρου με το Ισραήλ. Και βέβαια σχετικοποιεί την αναφορά από κυπριακές πολιτικές δυνάμεις σε
« αρχές και αξίες...»

Το δίχως άλλο αυτές τις «αρχές και αξίες» εντός εισαγωγικών θα είχε και ο Νίκος Αναστασιάδης όταν προσπάθησε στις συνομιλίες πριν τις διακοπές να εισαγάγει κι αυτός μια προτασούλα εκτός ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των συμφωνιών κορυφής, κι εκτός του πλαισίου λύσης. Η εισήγηση του ήταν αντί της πλήρους αποστρατικοποίσης να συσταθεί μετά την λύση «ένας μικρος στρατός». Ως δικαιολογία ανέφερε σύμφωνα με τις ηθελημένες φαντάζομαι διαρροές, τα πολλά ανοικτά πολεμικά μέτωπα της περιοχής. Θα μπορούσε βέβαια να σκεφτεί αυτό που σκεφτόταν μέχρι πρόσφατα ότι δηλαδή τι να σου κάνει ακόμα «ένας μικρός στρατός» μέσα στο χάος των στρατιωτικών συγκρύσεων στην περιοχή. Βλέπετε όμως πως η συνεργασία με το Ισραήλ αλλάζει και δεδομένες πολιτικές. Ο κ Αναστασιάδης θέλει να μετέχει στο ΝΑΤΟ ως μια μικρή στρατιωτική δύναμη. Και φυσικά μιλά «για μετά τη λύση», αλλά αυτό μπορεί να πει στις συνομιλίες. Το κλείσιμο του ματιού είναι όμως για ΠΡΙΝ και προς ΗΠΑ και προς Ισραήλ. Το οποίο Ισραήλ ετοιμάζει για την Κύπρο τα δύο πολεμικά «πλοία ανοιχτής θαλάσσης» έναντι 150 εκ ευρώ.



Η «μάχη των εκποιήσεων»: Οι ιστορικές - πολιτισμικές προεκτάσεις και η υπόγεια κρίση νομιμότητας της εξουσίας – όταν ένα νομοσχέδιο που δεν μπορούσε, δήθεν να αλλάξει, ξαφνικά γίνεται ανοικτό σε συζήτηση και αλλαγές , τότε το θέμα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι έλεγαν ψέματα, αλλά ότι έχασαν το παιχνίδι του θεάματος που κατασκεύαζαν



Το ιστορικό προηγούμενο

Όταν καταργήθηκε η προστασία της μικρό-ιδιοκτησίας στα τέλη του 19ου αιώνα – και πάλι ως, δήθεν, «αναγκαίος εκσυγχρονισμός» από την αποικιοκρατία
«..στην Κύπρο περίπου 90% του πληθυσμού δανείζεται κάθε χειμώνα, και αυτοί είναι οι μικρo-ιδιοκτήτες αγρότες που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της χώρας και προμηθεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό του κυβερνητικού εισοδήματος. [Με αυτή την έννοια] υπάρχει λόγος για την Κυβέρνηση  να τους προστατεύει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Σε αυτήν την πολιτική αποδίδω και το γεγονός ότι υπάρχει πολύ μικρό ποσοστό απόλυτης φτώχειας ή εξαθλίωσης στην Κύπρο.» [Αναφορά βρετανού αξιωματούχου το 1886 – κατά τη διάρκεια των προβληματισμών για την κατάργηση της προστασίας των μικρό-ιδιοκτητών δανειοληπτών τότε] [1]

Και τα αποτελέσματα στην πρώτη μεγάλη κρίση μετά την κατάργηση της προστασίας των μικροϊδιοκτητών
«..το 1914 τα συνολικά χρέη των αγροτών ήταν 100,000 λίρες, έως το τέλος του πόλεμου έφτασαν τα 3 εκατομμύρια λίρες. Πάνω σε αυτά πλήρωναν οι αγρότες νόμιμο τόκο 12% και σε πολλές περιπτώσεις πολύ περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή για αμέτρητους γεωργούς. Από το 1920 ως το 1926 έγιναν 16,559 εξαναγκαστικές πωλήσεις γεωργικής γης συνολικής έκτασης σχεδόν ¼ εκατομμυρίου στρεμμάτων και 3,000 σπιτιών…είχε αρχίσει να δημιουργείται μια εργατική τάξη..»[2]

Όταν ξεφτίζουν οι απειλές ή όταν ο ηγεμονικός λόγος δεν πείθει πια
Το θέμα των εκποιήσεων μετατράπηκε, τελικά, στο ζήτημα του καλοκαιριού. Το ζητούμενο ήταν από την αρχή απλό και αυτό ήταν και ένα από τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η κυβερνητική προπαγάνδα. Το ότι κάτι έπρεπε να γίνει (και λόγω τρόικας, και λόγω μεγάλο-οφειλετών) ήταν κατανοητό. Εκείνο που έκανε εντύπωση, ήταν ότι η κυβέρνηση άφησε ενάμισι χρόνο[3] να περάσει προστατεύοντας τους μεγάλο-οφειλέτες, και ξαφνικά, με την δικαιολογία της τρόικα και των στρες τεστ, ήθελε να περάσει ένα νόμο ο οποίος ουσιαστικά έδινε τεράστιες εξουσίες στις τράπεζες για να επιτεθούν στους μικρομεσαίους – και για να πουλήσουν τα δάνεια τους σε πακέτα. Διότι, σαφώς, οι μεγάλο-οφειλέτες θα είχαν όλους τους δικηγόρους που χρειάζονταν – και στο δικαστήριο και στα ΜΜΕ. Άρα, η άρνηση της κυβέρνησης να συζητήσει ή να παραθέσει η ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζα τα στοιχεία των δανείων ήταν μέρος της εκστρατείας για να εστιαστεί η πίεση στους μικρομεσαίους. Και εδώ φαινόταν αποκαλυπτικά και η προσπάθεια όσων προωθούσαν την τακτική των ίσων αποστάσεων – έκαναν ότι δεν έβλεπαν ότι το θέμα ήταν και συγκεκριμένο. Διότι δεν τους βόλευε.

Η κυβέρνηση προετοίμασε, βέβαια, την εκστρατεία θεαμάτων και ήλπιζε ότι θα ολοκλήρωνε το θέμα μέχρι τα μέσα Αυγούστου – ενώ όλοι θα ήταν σε διακοπές. Φαινόταν να πόνταρε ότι μετά από διάφορες δηλώσεις, θα γίνονταν, ίσως, κάποιες μικροαλλαγές, αλλά το όλο θέμα θα έκλεινε με άξονα τον εκβιασμό-μύθο του 2013, «το πιστόλι στον κρόταφο»: θα μας κόψει τη δόση η τρόικα. Και σαν παράλληλος εκβιασμός υπήρχε και η πάντα διαθέσιμη κ. Γιωρκάτζη για να πει ότι κινδυνεύουν οι τράπεζες, στα stress tests. Παράλληλα, υπήρχε και ένα δεύτερο παράλληλο σενάριο αλά Όργουελ – αυτοί που συγκάλυπταν τις τράπεζες και τους μεγάλο-οφειλέτες, ξαφνικά άρχισαν να λένε ότι το νομοσχέδιο είχε ως στόχο ακριβώς αυτούς. Οι εξαρτώμενοι δημοσιογράφοι φαίνονταν έτοιμοι για το σενάριο «όλοι φταίνε», «δεν μπορεί να γίνει τίποτα», άρα «είναι όλα θέατρο» και δεν «υπάρχει άλλη λύση, από το να περάσει το νομοσχέδιο». Έτσι, θα το έπαιζαν και απόσταση από την κυβέρνηση, αλλά και θα τη βοηθούσαν να το περάσει. Έτσι, οι τράπεζες που οδήγησαν την κοινωνία στην κρίση, θα μπορούσαν, και πάλι με τη βοήθεια των ΜΜΕ, να φορτώσουν τη ζημιά στους μικρομεσαίους, πουλώντας τους στα hedge funds ή στους πλειστηριασμούς.

Η κυβέρνηση και οι προεκτάσεις της στα ΜΜΕ, ωστόσο, δεν εκτίμησαν καλά τρεις παράγοντες:
1. το πόσο έντονα θα άγγιζε το θέμα την κοινωνία συνολικά - άρα και το δικό της παραταξιακό χώρο -
2. το ότι ο Νικόλας Παπαδόπουλος εννοούσε την πορεία αποστασιοποίησης που υιοθέτησε και άρα η κυβέρνηση είναι, πια, ξεκάθαρα κυβέρνηση μειοψηφίας, στη Βουλή, και μονοκομματική (αφού και ο κ. Συλλούρης διαφοροποιήθηκε)
3.  πως τα ΜΜΕ και τα επαναλαμβανόμενα σενάρια εκβιασμών έχουν πια κουράσει και δεν φαίνονται να πουλούν πια. Άλλωστε και η ανάγκη των απολογητών της κυβέρνησης να προσπαθούν να το παίζουν «ίσες αποστάσεις» ήταν ενδεικτικό της φθοράς. Στο τέλος, όπως φάνηκε έντονα και στο Φιλελεύθερο, η κυρίαρχη τάση («όλοι φταίνε, τι να κάνουμε, δεν υπάρχει άλλη λύση») των αρχισυντακτών (Ταραμουντά, Βενιζέλου) βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα κατακλυσμό αρνητικών τοποθετήσεων από τους συνηθισμένους φιλοξενούμενους αρθρογράφους, αλλά και από μέρος της συντακτικής ομάδας. Στα υπόλοιπα ΜΜΕ, η στάση ήταν αναμενόμενη – η Αλήθεια και ο Πολίτης προσπάθησαν να περάσουν την κυβερνητική θέση, είτε με τους εκβιασμούς, είτε με την πρακτική της αντιστραφείς νοημάτων, έτσι ώστε η κυβέρνηση που προστάτευε τους μεγάλο-οφειλέτες να φανεί ότι δήθεν ήθελε να τους κυνηγήσει. Ο Πολίτης είναι πιο κοντά σε αυτές τις προσπάθειες αντίστροφης νοημάτων, αν και η κομματική του ταύτιση όσο περνά ο καιρός γίνεται κραυγαλέα. Προσπαθούσε να προωθήσει το σενάριο της επιστροφής στη «συνεργασία» Αβέρωφ-Νικόλα, ξεχνώντας τι έγραφε για τον ηγέτη του ΔΗΚΟ πρόσφατα. Η Χαραυγή ήταν σταθερά κριτική απέναντι στο νομοσχέδιο, ενώ η Σημερινή φάνηκε να ταλαντεύεται επίσης,[4] όπως ο Φιλελεύθερος.

Τί διακυβεύεται: οι βαθύτερες ρίζες και προεκτάσεις της αντιπαράθεσης στην τοπική κουλτούρα, αλλά και στη σχέση των ιθαγενών με την τοπική και την εξ αποστάσεως εξουσία-εξάρτηση



Η επιφανειακή ανάγνωση των δεδομένων έλεγε ότι όλα θα γίνουν όπως πριν. Μάλιστα, μια νέα δημοσιογράφος στην Καθημερινή, πρόβλεπε και απομόνωση όσων διαφωνούν. Μερικοί υποτίμησαν, εν μέρει, το παιχνίδι του Ν. Παπαδόπουλου, αλλά φάνηκε και από την ομοφωνία στο Εκτελεστικό γραφείο του κόμματός του, πόσο βαθιά αγγίζει την κοινωνία το θέμα. Όταν βουλευτές του ΔΗΣΥ, όπως ο Κυπριανού[5], αρθρώνουν ένα λόγο για τις τράπεζες που θυμίζει τι έλεγαν οι αντίπαλοι τους πριν δυο χρόνια, είναι μάλλον εκφραστικό ότι υπάρχουν ευρύτερα δεδομένα στην καθημερινότητα, που πέρασαν και πάλι απαρατήρητα από τη δημοσιογραφία της επιφάνειας.
Υπάρχουν τρία ιστορικά δεδομένα, τα οποία κάνουν και τη συζήτηση και το θέμα των εκποιήσεων νευραλγική για την κοινωνία και τις δυναμικές της:
  1. Η κουλτούρα και η οικονομία της μικροϊδιοκτησίας. Η κυπριακή κοινωνία ως μια κοινωνία που βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην κουλτούρα και την πρακτική της μικρό-ιδιοκτησίας, είναι σαφές ότι βιώνει τον κίνδυνο μαζικών εκποιήσεων ως μια απειλή πολύ ευρύτερη από τον τρόπο που το βιώνει ένας αστός, όπως ο Χ. Γεωργιάδης, ή η Τρόικα. Η μικρο-ιδιοκτησία είναι η βάση της κοινωνικής συναίνεσης στην Κύπρο- των ισορροπιών από το μικρο-επίπεδο της κοινότητας μέχρι το κοινωνικό επίπεδο των ταξικών – πολιτικών σχέσεων. Ήδη, η συναισθηματική αντίδραση στο καθολικό κούρεμα, πέρα από την πρακτική σοφία της διασφάλισης των αποταμιεύσεων σε μια δύσκολη εποχή, πήγαζε και από αυτό ακριβώς το συναίσθημα της ιερότητας της μικρό-ιδιοκτησίας των καταθέσεων. Αντίθετα, η κοινωνία φαίνεται να κατανοεί και να θεωρεί δεδομένο ότι η «μεγάλοι» μπορούν/πρέπει να προσφέρουν περισσότερα. Το αίσθημα ότι οι τράπεζες προκάλεσαν την κρίση και τώρα διεκδικούν το σπίτι και την μικρό-ιδιοκτησία των θυμάτων είναι μια διάσταση που διαχέεται στην κοινωνία. Και αν το ΑΚΕΛ εστιάζει στα λαϊκά στρώματα, το ΔΗΚΟ εστιάζει, επίσης, με σαφήνεια στις μικρές επιχειρήσεις, που είναι και μέρος της ταξικής του βάσης. Έτσι, εκτός από την στρατηγική Παπαδόπουλου για ανάδειξη του ρόλου το κόμματος, και της αναβάθμισης της ικανότητας του να καθορίζει την πολιτική ατζέντα, υπάρχει πλέον και μια οικονομική διάσταση.
  2. Η αντί-ευρωπαϊκή δυσφορία και η αίσθηση ότι οι ξένες επεμβάσεις απειλούν πια και την αυτοκυβέρνηση των ιθαγενών στον ίδιο τους τον χώρο. Η μεταφορά ακόμα ενός «ευρωπαϊκού κανονισμού» στο τοπικό πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνονται υπό όψιν οι τοπικές ισορροπίες σημαίνει, όπως και στην αρχή της βρετανικής περιόδου, την μεταφορά ενός πλαισίου που θα οδηγήσει την κυπριακή κοινωνία σε εξάρτηση από το εξωτερικό, αλλά σήμερα αυτό σημαίνει και την εισαγωγή πρακτικών που θα απειλούν τον ίδιο τον ιδιοκτησιακό έλεγχο των κυπρίων πάνω στην γη τους. Η πώληση «πακέτων δανείων» από τις τράπεζες σε hedge funds, μπορεί να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην αντιπαράθεση για τον έλεγχο της ίδιας της χώρας. Ήδη, οι αποφάσεις λαμβάνονται με το πρόσχημα ότι «έτσι είπε η τρόικα». Αύριο, οι αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται με άλλο ανάλογο εκβιαστικό κριτήριο – έτσι είναι οι κανόνες της Ε.Ε, έτσι είπε το τάδε δικαστήριο - όπως κάνουν μερικά hedge funds με την Αργεντινή…
  3. Το αίσθημα ότι είναι καιρός να διεκδικηθεί κάτι από την τρόικα, αλλά και από την κυβέρνηση μειοψηφίας. Στο τοπικό επίπεδο είναι εμφανές ότι μετά τη μεγάλη ύφεση που προκάλεσε η τραπεζιτική κρίση που αποκαλύφθηκε το 2012, αλλά είχε ξεκινήσει από το 2011 με την εξάρτηση από τα ελληνικά ομόλογα, η κυπριακή κοινωνία έδειξε δυνατότητες προσαρμοστικότητας. Η κυβέρνηση, όμως, απλώς υπάκουε στις διαταγές των εξωτερικών μορφών εξουσίας. Τώρα είναι σαφές ότι οι ίδιες τοπικές δυναμικές που εκφράζονταν και το 2012 με δημοσκοπήσεις (αντίθεση στην λιτότητα, απαίτηση για φορολόγηση του πλούτου), αλλά και με τις κινητοποιήσεις του 2013, διεκδικούν ξανά λόγο και συνακόλουθη πολιτική πρακτική. Η νυν κυβέρνηση αναρριχήθηκε στην εξουσία στις πλάτες του τραπεζιτικού κεφαλαίου, της εξάρτησης των ΜΜΕ, και της υπόσχεσης να είναι πειθήνια. Αυτή, όμως, δεν είναι η πλειοψηφική τάση πλέον. Αναπόφευκτα, αυτό που διεκδικείται, εκτός από τη συγκεκριμένη προστασία της πρώτης κατοικίας, είναι και η δημιουργία ενός πλαισίου διαπραγμάτευσης που θα οδηγήσει σε μορφές αυτονομίας. Κάθε κόμμα, βέβαια, έχει τις δικές του προτεραιότητες. Όμως, είναι σαφές ότι η «κυβερνώσα βουλή» που κατασκευάστηκε σε άλλες εποχές, θα επανέλθει. Και όχι μόνο απέναντι σε μια ξεδοντιασμένη, πια, κυβέρνηση, αλλά και απέναντι στην τρόικα. Και διότι οι συγκυρίες το ευνοούν. Σε μια εποχή που η ΕΚΤ διαθέτει ρευστότητα, το να τρέχει η κυπριακή οικονομία να ξεσπιτώνει κόσμο, είναι μέρος της αδυναμίας μερικών να διαχειριστούν, αλλά και της ταξικής τους οπτικής.

Η εσωτερική κρίση νομιμότητας και η εξελικτική αμφισβήτηση του υπάρχοντος πλέγματος εξουσίας


Όπως παρατήρησαν αρκετοί υποστηρικτές της κυβέρνησης στα ΜΜΕ έγιναν απανωτά λάθη, ποντάροντας συνεχώς στον ίδιο εκβιασμό - η δόση, οι τράπεζες. Εκείνο, όμως, που δεν γίνεται κατανοητό ακόμα σε αυτό το πλαίσιο είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει ουσιαστικά κάτι να πει. Η ασυναρτησία του λόγου της δεξιάς είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια. Οι εκφραστές της παράταξης που λ.χ. επέμεναν ότι οι τράπεζες δεν έχουν κανένα πρόβλημα μέχρι το 2011, και που απειλούσαν -όπως ο Πολίτης- μέχρι και το φθινόπωρο του 2012, να μην αποκαλύπτονται τα σκάνδαλα τους, σήμερα από τη μια φωνάζουν ενάντια στους τραπεζίτες, από την άλλη ενάντια στους μεγάλο-οφειλέτες, ενώ είναι οι ίδιοι που έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετήσουν τους τελευταίους. Ακόμα και η ρητορική της καθημερινότητας γίνεται, πια, ασυνάρτητη. Ο Πολίτης στις 13/8 ανάγγελλε φόρμουλα «Αβέρωφ-Νικόλα», στις 15/8 μας πληροφορούσε ότι η κυβέρνηση έψαχνε για αποστάτες από άλλα κόμματα για να περάσει το νομοσχέδιο, στις 17/8 ήθελε «νέο κόμμα», αλλα στο τέλος αναγκάστηκε ο Αναστασιαδης να καλέσει τον Παπαδόπουλο να ακούσει τους όρους/θέσεις του. Η κυβερνητική παράταξη έκτισε μια "συνοχή" αντιφάσεων στους εκβιασμούς και στην αποσπασματική συγκόλληση. Αυτό που γίνεται τώρα είναι η εμφάνιση των αντιφάσεων στην αποσπασματική συγκόλληση και η αποδόμηση του αντιφατικού όλου. Το οποίο δεν αφορά ειδικά τις εκποιήσεις, αλλά απλώς εδώ εστίασε η διαδικασία. Και έτσι, όσα ο ΔΗΣΥ έφτιαξε με την «κυβερνώσα βουλή» της περιόδου 2011-13, θα τον κυνηγούν πια. Έχει ντε φάκτο μεταβληθεί και το προεδρικό σύστημα – και αυτό έγινε φανερό στην κορυφαία στιγμή της βουλής μέχρι τώρα, την απόρριψη του πρώτου κουρέματος το Μάρτιο του 2013.

Σε αυτό το πλαίσιο της αυξανόμενης διαφάνειας του αντιφατικού κυβερνητικού λόγου, όλοι, πια, καταλαβαίνουν ότι η νυν κυβέρνηση είναι ίσως η πιο «πρόθυμη» που έχει αντιμετωπίσει η ό,ποια τρόικα την εποχή των ευρωπαϊκών μνημονίων [2010-2013] – και μάλιστα μερικές φορές φαίνεται να χρησιμοποιεί την τρόικα ως αφορμή για να περάσει μέτρα που θα ήθελαν μερικά μέλη της. Η ατάκα του κ. Χ. Γεωργιάδη ότι το μνημόνιο είναι το «μανιφέστο» που θα υιοθετούσε ευχάριστα ο ίδιος, ήταν μια αποκαλυπτική στιγμή που του ξέφυγε μεν, στην απειρία του, αλλά ήταν εκφραστική. Αυτά τα μέτρα έχουν ως στόχο την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων στρωμάτων ή κοινωνικών ομάδων. Αυτή η εικόνα ήταν σαφής και το Μάρτιο του 2013, όταν η νυν κυβέρνηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να φορτώσει σε όλους το κούρεμα καταθέσεων για να ευκολύνει τους μεγαλοκαταθετες, αλλά τα ΜΜΕ κατάφεραν να τη λογοκρίνουν για ένα διάστημα. Όπως λογόκριναν και την επιτυχία της αντίστασης τότε, η οποία απέτρεψε τα χειρότερα σώζοντας τις καταθέσεις των μικρομεσαίων, και διατηρώντας ένα όριο ασφαλισμένων καταθέσεων. Το ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν διαχωρίστηκε επίσης, σε καλή και κακή τράπεζα τότε, ήταν το μεγάλο λάθος εκείνης της περιόδου το οποίο βαραίνει το κλίμα σήμερα – και είναι το μεγάλο έγκλημα το οποίο έκανε μια μερίδα των ΜΜΕ με την ενεργή συμμετοχή μεγάλο-δημοσιογράφων. Ξεκίνησε τότε, το 2013, μια νέα υστερική εκστρατεία να μετατοπιστεί η ευθύνη από τις τράπεζες, από τον τρόπο που λήφθηκαν οι αποφάσεις για το κούρεμα, και από τα συμφέροντα των μεγάλο-οφειλετών. Και ο κύριος άξονας ήταν να δαιμονοποιηθεί η αντίσταση – και πριν τον Μάρτιο του 2013, αλλά ιδιαίτερα η αυθόρμητη εξέγερση τότε, που απέτρεψε το κούρεμα. Οι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν σε εκείνη την εκστρατεία δαιμονοποίησης της αντίστασης, ήταν οι ίδιοι που προσπάθησαν και τώρα να περάσουν τις εκποιήσεις – αρκετοι/ες με την τακτική των δήθεν «ίσων αποστάσεων» και του «δεν υπάρχει άλλη λύση». Αλλά εδώ φάνηκε να δυσκολεύει το σενάριο.

Ήδη από το φθινόπωρο του 2013, στη ψήφιση του νομοσχεδίου για το Συνεργατισμό, αλλά και μετά στη ψηφοφορία για τους ημικρατικούς, φάνηκε ότι η κυβέρνηση δεν έχει πια πλειοψηφία στην Βουλή. Απλώς επέπλεε. Ταυτόχρονα, η κοινωνική δυσφορία ανέβαινε, όπως φαινόταν και από τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας το Δεκέμβρη και το Φερβαρη, αλλά και της πρωτομαγιάς, του 2014. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχώρηση του ΔΗΚΟ, αλλά και τα συνολικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών επισημοποίησαν την πραγματικότητα – ότι η κυβέρνηση είναι πια κυβέρνηση μειοψηφίας. Τώρα ζει τη στιγμή που αυτή πολιτική πραγματικότητα μεταβάλλεται και σε πολιτικό-πολιτιστική ως κρίση νομιμότητας. Και αυτό φαίνεται και στο «δρόμο», αλλά μέχρι και στην καθεστωτική Δημόσια Σφαίρα.

….Εκείνο που έκανε εντύπωση, ήταν ότι η κυβέρνηση άφησε ενάμισι χρόνο να περάσει προστατεύοντας τους μεγάλο-οφειλέτες, και ξαφνικά, με την δικαιολογία της τρόικα και των στρες τεστς, ήθελε να περάσει ένα νόμο ο οποίος ουσιαστικά έδινε τεράστιες εξουσίες στις τράπεζες για να επιτεθούν στους μικρομεσαίους – και για να πουλήσουν τα δάνεια τους σε πακέτα. Διότι σαφώς οι μεγάλο-οφειλέτες θα είχαν όλους τους δικηγόρους που χρειάζονταν – και στο δικαστήριο και στα ΜΜΕ. Άρα η άρνηση της κυβέρνησης να συζητήσει… ήταν μέρος της εκστρατείας για να εστιαστεί η πίεση στους μικρομεσαίους. Και εδώ φαινόταν αποκαλυπτικά και η προσπάθεια όσων προωθούσαν την τακτική των ίσων αποστάσεων….


[1] Rolandos Katsiaounis. 1996. Labour, Society and Politics in Cyprus the second half nineteenth century. Cyprus Research Centre, p. 33
[2] Μιχάλης Ατταλίδης.1986. Τα κόμματα στην Κύπρο, στο «Κυπριακά 1878-1955» (εκδ. Δήμου Λευκωσίας), σελ. 132
[3] Τότε έπεσε το σενάριο «ενοικιαγορα» των σπιτιών. Από τότε το σενάριο αναζητείται.
[5] «Είμαστε όλοι θεωρώ στο ίδιο στρατόπεδο και πρέπει να αγωνιστούμε ώστε να προστατεύσουμε τον Κύπριο πολίτη από την ασυδοσία και την κερδοσκοπία των τραπεζών.» Εκποιήσεις: Διαπραγμάτευση ή άνευ όρων παράδοση; - Χρίστος Μέσης και Αντρέας Κυπριανού απαντούν - ΧΑΡΑΥΓΗ

Η αντιπαράθεση για τις εκποιήσεις στα ΜΜΕ: η κρίση νομιμοποίησης στον ηγεμονικό λόγο και οι μορφές ρητορικών υπεκφυγών των απολογητών του τραπεζιτικού κατεστημένου- εκβιασμοί, καλοπιάσματα και η τακτική των «ίσων αποστάσεων» - «εγώ εν τζαι..» [μια ενδεικτική ανάλυση της διαμάχης στο Φιλελεύθερο]

«..μόνο η «γλώσσα» δρα.. είναι εκείνη που μιλα.. Έτσι αποκαλύπτεται το σφαιρικό «είναι» της γραφής: ένα κείμενο είναι καμωμένο από πολλαπλές γραφές. προερχόμενες από κάμποσες «κουλτούρες», και οι οποίες αρχίζουν μεταξύ τους ένα διάλογο, μια παρωδία, μια αμφισβήτηση.»

 Roland Barthes, Ο θάνατος του Συγγραφέα.

Το ιστορικό πλαίσιο: ο Φιλελεύθερος ως δείγμα της έκφρασης και διαφοροποίησης του ηγεμονικού λόγου
Ο Φιλελεύθερος είναι η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Ταυτόχρονα, είναι και ένα βαρόμετρο του ηγεμονικού λόγου, όπως καθορίζεται στην καθεστωτική Δημόσια Σφαίρα. Ιστορικά για ένα διάστημα, όταν το ΡΙΚ ήταν και το μόνο ραδιοτηλεοπτικό μέσο, ο Φιλελεύθερος και το ΡΙΚ εξέφραζαν με σαφήνεια την ηγεμονική ιδεολογία. Σήμερα, είναι πιο ρευστά τα δεδομένα, αφού υπάρχουν πια και άλλα συγκροτήματα ΜΜΕ, αλλά ο Φιλελεύθερος διατηρεί τη δυνατότητα συχνά να καθορίζει την ατζέντα – είτε μέσα από τα επιλεγμένα πρωτοσέλιδά του, είτε μέσα από τη σχολιογραφία των αρχισυντακτών του – που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την επιλεκτική προβολή θεμάτων στην πρώτη σελίδα. Όσον αφορά στην τραπεζιτική κρίση, ο Φιλελεύθερος έχει μια ιστορία συγκάλυψης  στα πρωτοσέλιδα, ενώ στις οικονομικές σελίδες μπορούσε κάποιος να βρει και πληροφορίες που οδηγούσαν τουλάχιστον στην καχυποψία. Αλλά, όταν το έφερνε η πίεση, η θέση του ήταν σαφής – το Μάρτιο του 2013, μετά από μια κάπως ανοικτή προβολή των αμφισβητήσεων για το κούρεμα - και άρα και μια προβολή των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας - η ιδιοκτησία με τον πιο επίσημο τρόπο -με σχόλιο του κ. Παττίχη στο πρωτοσέλιδο- απείλησε ξεκάθαρα τους βουλευτές να ψηφίσουν "ειδάλλως"… Και ακολούθως, έγινε μια προσπάθεια να δαινομοποιηθεί η αντίσταση στο κούρεμα, αλλά και να μετατοπιστεί η ευθύνη της κρίσης από τις τράπεζες στο Δημόσιο. Η κ. Ταραμουντά, από την αρχισυνταξία, ήταν σαφώς ένα άτομο με στρατευμένο ρόλο σε εκείνο το κλίμα. Υπήρξε ένα είδος συντονισμού της εφημερίδας με το θέαμα Πική τότε μέχρι την αποκαλυπτική του κρίση τον Αύγουστο.[1] Τότε η εφημερίδα τον εγκατέλειψε. Έκτοτε, όμως, η εφημερίδα στο πρωτοσέλιδό της πρόβαλε την κυβερνητική γραμμή και τους ανάλογους εκβιασμούς – όταν λ.χ. δεν πέρασε αρχικά το νομοσχέδιο για τον Συνεργατισμό και χρειάστηκαν μερικές αλλαγές για να γίνει, την επομένη ο πρωτοσέλιδος τίτλος είχε ως στόχο τη διακωμώδηση της άρνησης υπακοής στην κυβέρνηση. Και μια μερίδα της αρχισυνταξίας, τουλάχιστον, ακολούθησε πιστά τις κυβερνητικές πρακτικές για να μην διαχωριστεί σε καλή και κακή η Τράπεζα Κύπρου και για να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο η κυβέρνηση στην Κεντρική Τράπεζα. Η τότε εκστρατεία του Φιλελευθέρου ήταν μια κλασική μορφή χειραγώγησης και δαιμονοποίησης για να επιτευχθούν οι στόχοι της κυβέρνησης.

Τα δεδομένα, όμως, με τις εκποιήσεις φάνηκαν να αλλάζουν. Κατ’ αρχήν, η αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση, εκφράστηκε με ένα ευρύτερο κλίμα αποστασιοποίησης από την ετερόκλητη συμμαχία που συγκλήθηκε τα τελευταία χρόνε με στόχο την συγκάλυψη των τραπεζών. Οπότε, η εκστρατεία της κυβέρνησης για να περάσει το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις φάνηκε από την αρχή ότι είχε ως στόχο να χρησιμοποιήσει, όπως και πριν, τα πρωτοσέλιδα του Φιλελευθέρου. Όμως, υπήρξαν δυο μορφές διαφοροποίησης – από τη μια, ένα τουλάχιστον μέλος της αρχισυνταξίας, ο Α. Μιχαηλίδης, διαφοροποιήθηκε δραματικά – και αυτό ενίσχυσε και άλλους σχολιαστές που εξέφραζαν αμφιβολίες. Η τάση διευρύνθηκε, καθώς ήταν σαφές ότι το μήνυμα από την εναλλακτική Δημόσια Σφαίρα του ίντερνετ, αλλά και την καθημερινότητα δεν ευνόησαν την κυβερνητική προπαγάνδα. Η σαφής, επίσης, τάση του ΔΗΚΟ, αλλά και των άλλων κομμάτων του κέντρου να διαφοροποιηθούν, εκφράστηκε με τα σχόλια με σειράς αρθρογράφων -όπως λ.χ. του Μαυρίδη, του Σενέκη κλπ- οι οποίοι ενίσχυσαν το κλίμα διαφοροποίησης. Έτσι, ο Φιλελευθερος έγινε πεδίο προβολής και των δυο ρητορικών – της κυβερνητικής και της αντιπολιτευτικής. Για να γίνει κατανοητό, ωστόσο, το πλαίσιο των επιχειρημάτων ως μορφές ρητορικής πρέπει να ξεκαθαρίσουν δυο δεδομένα:
  1. Το συγκεκριμένο και η αποφυγή του. Το θέμα δεν ήταν μόνο η αξιολόγηση της εύνοιας ή μη προς τις τράπεζες - αν και ήταν και αυτό σαν μια καθυστερημένη αναγνώριση της ευθύνης τους για την κρίση - αλλά συγκεκριμένα θέματα, όπως η προστασία της πρώτης κατοικίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν σαφές ότι κάποιοι προσπαθούσαν να τσουβαλιάσουν όλα τα δάνεια, όπως έκαναν και πριν για να προστατεύσουν τους μεγάλο-οφειλέτες, ενώ άλλοι ζητούσαν στοιχεία και τρόπους για να γίνουν διαφοροποιήσεις και να βρεθούν προστατευτικές δικλίδες για τους μικρομεσαίους. Οπότε η στρατηγική των "ίσων αποστάσεων" και της ρητορικής "όλοι παίζουν θέατρο", ήταν ντε φάκτο μέρος της κυβερνητικής στρατηγικής να εμφανιστεί ότι το θέμα δεν είχε λύση, και άρα όσα λέγονταν, και οι ό,ποιες προσπάθειες για διορθωτικά μέτρα, δεν είχαν νόημα, και έπρεπε να γίνει αποδεκτό το κυβερνητικό νομοσχέδιο.
  2. Η χρησιμοποίηση της τρόικας για εκβιασμό μετά από ενάμισι χρόνο καθυστέρηση. Ήταν σαφές σε όλους ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε για μια ακόμη φορά να εκβιάσει – να χρησιμοποιήσει, δηλαδή, την τρόικα για να επιβάλει θέσεις που ευνοούσαν συγκεκριμένες ομάδες τις οποίες η κυβέρνηση ή μέλη της θεωρούσαν σύμμαχους - και από τους οποίους περιμένουν εμφανώς και ανταλλάγματα. Το ότι πέρασε τόσο διάστημα και δόθηκαν τόσες υποσχέσεις και τελικά τίποτα από τις υποσχέσεις δεν τηρήθηκε ήταν εκφραστικό. Οπότε και πάλι η ρητορική των ίσων αποστάσεων λογόκρινε αυτή την πραγματικότητα – ότι δηλαδή η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την τρόικα για να επιβάλει κάτι μετά από μεγάλο χρόνο παραπλάνησης.

Η ανάλυση που ακολουθεί συνδυάζει την αναφορά-ανάλυση στα πρωτοσέλιδα με την ανάλυση των στηλών 3 μελών της αρχισυνταξίας – του κ. Α. Μιχαηλίδη -Διευθυντή σύνταξης, της κ. Α. Ταραμουντά (αρχισυντάκτη «Φ» της Κυριακής, αλλά και με ευρύτερη παρουσία στην εφημερίδα) και του Κ. Βενιζέλου (Αρχισυντάκτη έκδοσης). Το θέμα δεν είναι τα συγκεκριμένα άτομα, όσο η ρητορική – η οποία δεν εκφράζει τα άτομα, αλλά τα άτομα φαίνονται να γίνονται φορείς του λόγου, όπως θα έλεγε και ο Barthes. Η γενικότερη κατεύθυνση αυτής της ανάγνωσης είναι η ανίχνευση σημείων της κρίσης νομιμοποίησης του ηγεμονικού πλαισίου που συγκολλήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Διότι και τα 3 μέλη  της σύνταξης είχαν αποφύγει να εστιάσουν στα τραπεζιτικά σκάνδαλα προηγουμένως (την περίοδο μέχρι και το 2012), απέφυγαν για μεγάλο διάστημα (μεχρι και το 2013-14) να αναγνωρίσουν εσωτερικά αυτό που ήταν αυτονόητο παντού, ότι η αιτία της κυπριακής οικονομικής κρίσης ήταν τραπεζιτική, και σε διάφορους βαθμούς συγκάλυψαν την θέση της κυβέρνησης το 2013. Όμως, αυτήν την φορά υπήρξε μια σαφής, και εντυπωσιακή μπορεί να πει κάποιος, διαφοροποίηση του κ. Α. Μιχαηλίδη. Αν και θα μπορούσε αυτό να συνδεθεί με τις θέσεις των κ. Ν. Παπαδόπουλου η Λιλληκα, εντούτοις είναι σαφές ότι ο λόγος του κ. Μιχαηλίδη, υπήρξε εκπληκτικά σαφής σε σύγκριση με άλλες ρητορικές, και όσο και αν προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις δυο μεγάλες παρατάξεις, εντούτοις, δεν φαινόταν να είναι κατ’ ανάγκη εκφραστής μια συγκεκριμένης πολιτικής θέσης – άλλοι, οι οποίοι κινούνται στο ίδιο χώρο (όπως λ.χ. ο Σ. Ιακωβίδης της Σημερινής) μάλλον κινήθηκαν προς τις «ίσες αποστάσεις». Οπότε, η συγκεκριμένη έκφραση-λόγος στη δεδομένη συγκυρία μάλλον θα πρέπει να ειδωθεί σαν η άρθρωση μιας θέσης, στην οποία συγκλίνουν διάφορες δυναμικές και ενδεχομένως καθυστερημένες διαπιστώσεις στον ευρύτερο δημόσιο λόγο. Το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο είναι το ρήγμα στον ηγεμονικό λόγο.Οι αναφορές σε κείμενα άλλων εφημερίδων έχουν ως στόχο να πλαισιώσουν την ανάλυση.

Τέλη Ιουλίου: Η κυβερνητική εκστρατεία στα πρωτοσέλιδα και η αμφισβήτηση στις εσωτερικές σελίδες - ο εκβιασμός και η κριτική των τραπεζών
Τον Ιούλιο, νιώθοντας ίσως την ανάσα της αντιπολίτευσης που συντονιζόταν, το κυβερνητικό επιτελείο προσπάθησε να μεταφέρει μέσω των ΜΜΕ το μήνυμα ότι διαπραγματεύονταν σκληρά. Στις 22 Ιουλίου, ο Φιλελεύθερος είχε ως υπότιτλο τη «σκληρή διαπραγμάτευση για αναχώματα υπέρ του δανειολήπτη.» Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν ότι η κυβέρνηση και η υπάκουη κ. Χ. Γιωρκάτζη στην Κεντρική, είχαν αγωνιστεί όλη την άνοιξη για να μπλοκάρουν το πραγματικό ανάχωμα – το νομοσχέδιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Το έκαναν γιατί δεν ήθελαν, ουσιαστικά, να μοιραστούν τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Αλλά και γιατί αν προστατευθεί η μικρό-ιδιοκτησία, τότε η εστίαση θα πάει στους μεγάλο-οφειλέτες τους οποίους προσπαθεί να προστατεύσει η κυβέρνηση από το 2013.


Όμως, στην ίδια έκδοση του Φιλελευθέρου ήταν πια εμφανές ότι μια μερίδα της αρχισυνταξίας, όπως ο Α. Μιχαηλίδης θα άλλαζαν δραματικά στρατόπεδο και δεν θα συγκάλυπταν πια ούτε την κυβέρνηση, ούτε τις τράπεζες. Εκείνη την ημέρα, το σχόλιο του κ. Μιχαηλίδη είχε τίτλο «Πάλι φταίει ο κοσμάκης;» και το ένθετο σχόλιο ρωτούσε αιχμηρά:
«ποιος έπρεπε να κάνει σωστές προβλέψεις όταν μοίραζαν δάνεια οι τράπεζες;»
Στις εσωτερικές σελίδες φαινόταν ότι η δυσφορία για το νομοσχέδιο δεν ήταν μόνο από την αντιπολίτευση – εκείνη την ημέρα υπήρχε, ήδη, άρθρο από τον  τέως βουλευτή του ΔΗΣΥ, τον κ. Ρότσα –«Οι εκποιήσεις επωάζουν καταστροφή» [σελ. 15] Τα βασικό σενάριο, όμως, για εκβιασμό μέσω της επόμενης δόσης ή των «stress tests» (αυτό ρόλο τον ανέλαβε η Χ. Γιωρκάτζη) ήταν εκεί. Όταν, τελικά, εγκρίθηκε το νομοσχέδιο από το υπουργικό και έκανε και το διάγγελμά του ο κ. Αναστασιάδης, ακολούθησε νέος κατακλυσμός αρνητικών σχολίων. Ο Μιχαηλίδης έδωσε το στίγμα με τον τίτλο –
 «Ένας τρόμο-νόμος στα χέρια των τραπεζών» - και ρωτούσε αιχμηρά: «Στο ίδιο τσουβάλι ο λαουτζίκος με εκείνους που ήθελαν 10 εκτ. και έπαιρναν 100 εκτ. επειδή δεν πλήρωναν ποτέ;».
Η αναφορά ήταν για την εσωτερική έκθεση της Τράπεζας Κύπρου για το πως διογκώθηκαν τα δάνεια των μεγαλο-οφειλετών που δεν πλήρωναν. Ξαφνικά, τα επιχειρήματα για την ευθύνη των τραπεζών έγιναν διάχυτα – όπως και για ένα σύντομο διάστημα το Μάρτη του 2013. Αλλά τώρα το σκηνικό φαινόταν μακράς διάρκειας. Ανάλογες ερωτήσεις, σε πιο ήπιο τόνο, είχε και ο Π. Χαραλάμπους στην οικονομική σελίδα (αυτός τουλάχιστον έθετε και πριν κάποια ερωτήματα, έστω και αν συμμετείχε στις κατασκευασμένες υστερίες του 2013): «Οι τράπεζες δεν έχουν ευθύνη;». Τις αμέσως επόμενες μέρες φάνηκε καθαρά ότι το κλίμα ήταν εχθρικό, οπότε μέχρι και ο ΔΗΣΥ αποστασιοποιήθηκε κάπως και δήλωσε ότι θα καταθέσει προτάσεις στη Βουλή, ενώ ο υπουργός οικονομικών υποσχέθηκε να καταθέσει και ένα πλαίσιο αφερεγγυότητας για να δείξει ότι είχε κάτι να προσφέρει και στην κοινωνία πέρα από τους τραπεζίτες. Όμως τώρα δεν ήταν μόνο το ΑΚΕΛ, ή μόνο το ΑΚΕΛ και η ΕΔΕΚ που διαφωνούσαν και υποστήριζαν μέτρα για την πρώτη κατοικία.

Αρχές Αυγούστου: Η κυβερνητική μοναξιά, ο Όργουελ,  και η αλλαγή ρητορικής: «το άσπρο είναι μαύρο» και ξαφνικά οι της κυβέρνησης τα έχουν με τους μεγάλο-οφειλέτες και αναζητούν συναίνεση – η στρατηγική των ίσων αποστάσεων στα ΜΜΕ

Το Σάββατο 2 Αυγούστου, η κυβερνητική προπαγάνδα έκανε μια απότομη στροφή κατά το "if you cant beat them, join them" τουλάχιστον ρητορικά, και έτσι βρέθηκε να υιοθετεί το doublespeak/διγλωσσία του Όργουελ – «ο πόλεμος είναι ειρήνη», «το άσπρο είναι μαύρο» και έτσι στο νέο σενάριο, οι μέχρι τώρα (πολιτικοί και δημοσιογράφοι) απολογητές των μεγάλο-οφειλετών, τώρα υποτίθεται τους έχουν ως στόχο. Ξαφνικά, ο Φιλελεύθερος είχε στις 2/8 πρωτοσέλιδο ότι οι «μεγάλο-οφειλέτες έχουν καταθέσεις στο εξωτερικό, αλλά δεν πληρώνουν τα δάνεια τους». Μέχρι τώρα αυτό το γεγονός, το οποίο άγγιξε εν μέρει η Καθημερινή, προβαλλόταν μόνο στη μη καθεστωτική δημόσια σφαίρα στο ίντερνετ. Τώρα, όμως, έγινε ξαφνικά επίσημος τίτλος. Η εξήγηση ήταν στις διευκρινήσεις των υπότιτλων: «Αυτούς θα πιέσουμε, υποστηρίζουν οι τραπεζίτες». Προφανώς, η σκέψη ότι μερικοί είχαν βγάλει τα λεφτά στο εξωτερικό και τώρα θα μπορούσαν να αγοράζουν μισοτιμής, λογοκρίθηκε. Τώρα το επιχείρημα ήταν ότι όλα όσα έγιναν πριν, ο αγώνας της κυβέρνησης, και των συνδεόμενων δημοσιογράφων, να μην διαχωριστεί η Τράπεζα Κύπρου για να μην πληγούν οι μεγαλο-οφειλέτες, έπρεπε να ξεχαστεί. Σε αυτό το κλίμα είχε και ένα πρώτο άρθρο ο κ. Βενιζέλος της αρχισυνταξίας. Το κείμενο φαινόταν να είναι κριτικό με μια ηθικιστική έμφαση: τίτλος ήταν «στον βωμό της λογιστικής», και χρησιμοποιούσε το πρωτοσέλιδο για να κάνει έκκληση να «αποφευχθεί η κοινωνική ισοπέδωση», αφού, όπως γράφει, οι εκποιήσεις είναι σαν «επιβράβευση των τραπεζών». Το ενδιαφέρον, όμως, ήταν ότι το κείμενο δεν εισηγείτο απολύτως τίποτα – δεν υποστήριζε λ.χ. την προστασία της πρώτης κατοικίας, δεν έλεγε να κάνει κάτι η Κεντρική για τα κεφάλαια που έφυγαν. Βάζοντας, όμως, στο πλαίσιο του αποκτούσε ένα άλλο χρώμα: ήταν μεν ένα κείμενο γενικής ηθικής ρητορικής, στην σκιά, όμως, ενός πρωτοσέλιδου που έλεγε ότι οι τραπεζίτες θα «κυνηγήσουν τους μεγάλο-οφειλέτες», έμοιαζε να παίζει το ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου», ζητώντας να γίνουν «έρευνες για το αν το μνημόνιο θα οδηγήσει στην ανάκαμψη» ως είδος μετατόπισης του θέματος. Το γενικόλογο πλάτιασμα έμοιαζε σε αυτό το πλαίσιο με ένα είδος υπεκφυγής – όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο ερώτημα - η πρώτη κατοικία- και κάποιος καταφεύγει σε αοριστολογίες για «έρευνες», μάλλον θέλει να αποφύγει κάτι. Και η προσπάθεια να αποφύγει να πάρει θέση δεν είναι αρκετή – προχωρεί και σε κριτική όσων αντιστέκονται στην πολιτική της κυβέρνησης, αποκαλώντας τους «συνήθεις θορυβοποιούς». Άρα, αν η κυβέρνηση κάνει κάτι μη ηθικό, αλλά απέναντι της υπάρχουν κάποιοι που δεν αξίζει καν να αναλυθεί ο λόγος τους, το μόνο που μένει μέχρι να βρέξει ο ουρανός «έρευνες», είναι να γίνουν αποδεκτοί οι εκβιασμοί της τρόικας. Αυτή η στρατηγική του κ. Βενιζέλου, θα συνεχιστεί όλο το μήνα – ίσες αποστάσεις, αποφυγή θέσης κατά τα «εγώ εν τζαι..», και σπρώξιμο μέσα από τη απουσία λύσεων στην αποδοχή του ντε φάκτο της τρόικας. Και για ένα αρχισυντάκτη, μια τέτοια θέση δεν εκφράζεται μόνο στην στήλη του. Τουλάχιστον η κ. Ταραμουντά άφηνε να φανεί κάπως και το τι στήριζε άμεσα. Αντίθετα ο κ. Βενιζέλος φαίνεται να υιοθετούσε το ρόλο της ηθικής ρητορικής ως είδος εκτόνωσης για να περάσει το κυβερνητικό-τροϊκανό δεδομένο νομοσχέδιο.
Η ίδια ρητορική ενάντια των μεγάλο-οφειλετών συνεχίστηκε και την επομένη, στις 3/8 με το τίτλο «Δεν πληρώνουν οι μεγάλοι».

Τις επόμενες μέρες, όμως, έγινε φανερό ότι παρά την κυβερνητική προπαγάνδα, το κλίμα ήταν αρνητικό και ανάμεσα στην πλειοψηφία των κομμάτων, καθώς το ΔΗΚΟ έκανε πια ξεκάθαρη την διαφοροποίηση του. Η κυβέρνηση, μέσω Γεωργιάδη, ο οποίος μαζί με τον κ. Χάσικο, άρχισε ένα δήθεν διάλογο με τα κόμματα, άρχισε να τα μασά και να αφήνει κάποιο περιθώριο αλλαγών. Η προσπάθεια του Χάσικου, ωστόσο, να παίξει τον χαρτί των εκβιασμών, στη βουλή, δεν έπιασε. Στο επιχείρημα «έχουμε λεφτά μέχρι τον Νοέμβριο» -το επιχείρημα θα μας κόψουν τη δόση. Το σχόλιο του Μιχαηλίδη ήταν σαφές για το ότι ο Χάσικος έπαψε, πια, να έχει λευκή επιταγή: «Να σωθεί το μνημόνιο και ας καεί η Κύπρος» [σελ. 2, 5/8/2014]. Την ίδια περίοδο η κατανόηση ότι το νομοσχέδιο προνοούσε μαζικές εκποιήσεις και δεν περιλάμβανε προστασία  για τους μικρό-ιδιοκτήτες έγινε πια μέρος του πολιτικού λόγου και του ΔΗΚΟ, ενώ άρχισαν και τα κριτικά δημοσιεύματα για το γεγονός ότι δεν είχε γίνει καν μελέτη για το ποσοστό των δανείων με υποθήκες πρώτης κατοικίας. Σε αυτό το κλίμα, άρχισε να γίνεται κατανοητό το ευρύτερο ζήτημα ότι αυτοί που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις διαδικασίες ήταν αυτοί που έχουν οικονομική άνεση – σημείωνε χαρακτηριστικά ο Α. Μιχαηλίδης καθώς η στήλη του μετατρεπόταν σε ένα σαφώς κριτικό λόγο για το συγκεκριμένο θέμα:
 «Αν σοβαρολογεί ο υπουργός εσωτερικών στα επιχειρήματα που αραδιάζει, μάλλον πρέπει το προηγούμενο διάστημα να ζούσε κάπου αλλού, όχι στην Κύπρο. Εκτός και αν οι υπουργοί κρίνουν την οικονομική κατάσταση του κόσμου και τις σχέσεις με τις τράπεζες μόνο με τα δικά τους προσωπικά κριτήρια και δυνατότητες. Διότι έλεγε χτες ο Σωκράτης Χάσικος με την σιγουριά και την αποφασιστικότητα (ή προκλητικότητα;) που τον διακρίνει ότι «οι δανειολήπτες έχουν ήδη στην διάθεση τους εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν άμεσα για αναδιάρθρωση των δανείων τους». Δεν πήραν είδηση στα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης ότι περί αυτού ακριβώς γίνεται όλος αυτός ο πόλεμος για τον νόμο περί εκποιήσεων, που προσφέρει με τόση απλοχεριά η κυβέρνηση στους τραπεζίτες για να αρχίσουν να πνίγουν τον κόσμο. Ότι, αν φρόντιζαν οι υπουργοί, έστω οι μάγκες υπουργοί, όλους τους προηγούμενους μήνες να γίνουν αναδιαρθρώσεις δανείων, δεν θα υπήρχε σήμερα αυτό το τερατώδες πρόβλημα, που τρέχουν να αντιμετωπίσουν με νομοθεσία για εκποιήσεις εξπρές.»
Η υπόγεια ειρωνεία είναι αντίστοιχη των υπονοουμένων για τα ταξικά συμφέροντα των υπουργών. Αντίθετα, την ίδια μέρα η κ. Ταραμουντά,  συνέχισε τη προσπάθεια του Βενιζέλου να το παίξει ουδέτερη, με εμφανή στόχο να προωθήσει τη διαδικασία συναινετικά. Έτσι, αφού ξεκίνησε με τη ρητορική του φταίνε όλοι (πολιτεία, κόμματα, τράπεζες..) αλλά φυσικά όχι οι μεγάλο-δημοσιογράφοι των ΜΜΕ που κατασκεύαζαν θεάματα για να συγκαλύψουν τις τράπεζες και τα συμφέροντα τους, το προηγούμενο διάστημα, προχώρησε μετά στην κριτική του ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τις ομαδοποιήσεις των μη-εξυπηρετούμενων (όπως είναι και ο πρωτοσέλιδος τίτλος) για να καταλήξει ότι κακώς η κυβέρνηση δεν αναζήτησε πριν συγκλίσεις, και ότι χρειάζονται τώρα. Καμία κριτική ουσιαστικά για το νομοσχέδιο πέρα από το ότι δεν έγινε καλύτερη προετοιμασία για να προωθηθεί. Και ο τίτλος είναι εκφραστικός – όλοι θα χάσουμε, άρα πρεπει να βρεθεί τρόπος να περάσει: «Το στοίχημα μάλλον το χάνουν άπαντες..». Αυτή η ρητορική βέβαια αφαιρεί βολικά, για το άτομο που εκφέρει τον λόγο και τις ευθύνες του/της, το ιστορικό πλαίσιο – γιατί λ.χ. δεν έγινε ο διαχωρισμός της τράπεζας Κύπρου, ποιοι δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, στήριξαν αυτήν την διαδικασία για να μείνουν μαζί τα δάνεια των μικρών και των μεγάλο-οφειλετών, και ποιοί ουσιαστικά συγκάλυπταν την καθυστέρηση για ενάμισι χρόνο μέχρι να φτάσει η υπόθεση στο σημείο του εκβιασμού. [2]

Κρύο και ζεστό ντους: μετά την υποχώρηση, επαναφορά του εκβιασμού – «έτσι θέλει η τρόικα» και η κατασκευή της ρητορικής για «υπερπροστασία των πολιτών. Αφού «όλοι είναι οι ίδιοι», ας περάσει και αυτό το νομοσχέδιο «τι να κάνουμε»..


Σε αυτό το κλίμα, τις επόμενες μέρες το σκηνικό έγινε πιο χοντρό, καθώς η κυβέρνηση και το επιτελείο της άρχισε να καταλαβαίνει ότι δεν έπειθε.  Την Πέμπτη 7/8 ο πρωτοσέλιδος τίτλος εξέφραζε τη διάθεση των κομμάτων να μην δέχονται πια τους πακετοποιημένους εκβιασμούς της κυβέρνησης: «Κτίζουν νέο νόμο τα κόμματα. Βροχή οι τροπολογίες, εντείνονται οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για εκποιήσεις». Ο Μιχαηλίδης στη στήλη του συνέχισε και εστίασε τώρα στην εσωτερική έκθεση-ανάλυση της Τράπεζας Κύπρου για τους μεγάλο-οφειλέτες. Την ίδια μέρα, κυκλοφορούσε στις ειδήσεις και ανακοίνωση των Moodys που απειλούσε με χρεοκοπία. Την επομένη [8/8] το κυβερνητικό επιτελείο πέρασε στην αντεπίθεση με την Θ. Θειοπούλου στο Φιλελεύθερο να προειδοποιεί πρωτοσέλιδα ότι η τρόικα διαμήνυσε "μέσω Φ": «Δεν δεχόμαστε αλλαγές». Μια τρόικα που καταλήγει/καταντά να στέλλει απειλές μέσω ενός δημοσιογράφου, είναι μια ενδιαφέρουσα πρακτική - και για το θεσμό και για τη δημοσιογράφο. Αλλά ο στόχος του κυβερνητικού επιτελείου που άρχισε να ανησυχεί ήταν εμφανής – να φέρει τον εκβιασμό πιο άμεσα. Η κατασκευή του πρωτοσέλιδου με την υποτιθέμενη δήλωση «αξιωματούχου της τρόικα» ήρθε ακριβώς τη στιγμή που ξέσπασε ανοικτή διαμάχη μεταξύ Ν. Παπαδόπουλου και Χ. Γεωργιάδη για το είδος, και το μέγεθος, των αλλαγών. Ήταν πια φανερό ότι στο Φιλελεύθερο άρχισε μια σαφής αντιπαράθεση τάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και το πλαίσιο αφερεγγυότητας που θα ήταν, υποτίθεται, βοηθητικό για το δανειολήπτη αποκαλύφθηκε ότι θα μετατρεπόταν σε μηχανισμό ελέγχου των οικονομικών του δανειολήπτη.

Η πόλωση των οπτικών και η ορατή, πια, πιθανότητα να απορριφθεί το σχέδιο της κυβέρνησης ή και να διαφοροποιηθεί ριζικά από την αντιπολίτευση, οδήγησαν και τον Βενιζέλο να πάρει πιο ανοικτά θέση – υπέρ της υπακοής στα "δεδομένα", αφού δεν υπήρχε "λύση" ή "κάτι καλύτερο". Αν η ρητορική της κ. Ταραμουντά, το έπαιζε συναίνεση, αλλά δεν υπάρχει διέξοδος, εκείνη του κ. Βενιζέλου το έπαιζε «όλοι είναι κακοί» και «δεν υπάρχει λύση». Έτσι, σε ένα κλίμα που το κόμματα ζητούσαν αλλαγές, ο αρχισυντάκτης ειδήσεων στη στήλη του είχε κείμενο με τίτλο «Φολκλόρ παραστάσεις όταν λείπει η τρόικα» [9/8]. Εδώ, σε αντίθεση με τον «ηθικισμό» του κειμένου της προηγούμενης βδομάδας  ο αρχισυντάκτης ουσιαστικά τα βάζει με το ντόπιο πολιτικό σκηνικό – που απέρριπτε το νομοσχέδιο. Η στρατηγική ήταν ανάλογη με εκείνη της ρητορικής της κ. Ταραμουντά. Το έπαιζε απόσταση - λες και δεν ήταν και ο ίδιος στην αρχισυνταξία όταν συγκαλύπτονταν οι τράπεζες λ.χ. - και αποκαλούσε την όλη συζήτηση "θέατρο". Και ξεκινούσε, βέβαια, με ότι η τρόικα δεν θα δεχθεί αλλαγές. Και αφού κατασκεύαζε μια σκόπιμα απλοϊκή εικόνα διπολισμού -παραβλέποντας ότι και τα κόμματα του κέντρου απόρριπταν το νομοσχέδιο- κατέληγε μάλιστα και στο όρο «υπερπροστασία των πολιτών». Οπότε, η κυβέρνηση έχει την «ψυχρή λογική», και η αντιπολίτευση είναι «υπερβολική τάση προστασίας». Ένα βολικό πλαίσιο ισοπέδωσης των διαφορών  - έτσι το νομοσχέδιο που προνοεί μαζικές εκποιήσεις, και η αντίθεση σε αυτό, είναι λίγο πολύ το ίδιο. Οπότε γιατί να εναντιωθεί κάποιος στην τρόικα; Άρα, καταλήγει ότι και οι μεν και οι δε δεν προσφέρουν λύση – αποφεύγει, δηλαδή, να υποστηρίξει καν κάποιες αλλαγές στο νομοσχέδιο και κλείνει με το ευχολόγιο, που παραπέμπει στον εκβιασμό, να «μην βυθιστεί η οικονομία».  Ήταν σαφές ότι το κυβερνητικό επιτελείο επιστράτευε πια και τις εφεδρείες του – η νέα γραμμή είναι η γελοιοποίηση, γενικά, της αντίθεσης στο νομοσχέδιο με τη λογική ότι «δεν μπορείς να εμπιστευθείς τους πολιτικούς».

Την Κυριακή, 10/8, στην έκδοση που επιμελείται η κ. Ταραμουντά, οι εκβιασμοί έγιναν πιο απροκάλυπτοι. Ο Φιλελεύθερος είχε ως τίτλο: «Τελεσίγραφο για εκποιήσεις» με αναφορά στον αντιπρόεδρο της Κομισιόν. Αλλά και η Σημερινή είχε μια ενδιαφέρουσα σπόντα στο πρωτοσέλιδο: "Και ως αντάλλαγμα στον Ross οι εκποιήσεις». Ήταν και μια αναφορά σε ενδεχόμενη συναλλαγή, αλλά και σε ένα πλαίσιο κίνδυνου για την Τράπεζα Κύπρου, αν δεν..

Ξανά-αναζητώντας τη συμφωνία στα μέσα του μήνα: Νοσταλγία για τον υπάκουο Νικόλα και η επιστράτευση του Αβέρωφ – η «μαγκιά» του να συμφωνείς με ότι θέλει η κυβέρνηση κατά την κ. Ταραμουντά, αφού έτσι και αλλιώς η αντίσταση είναι μη-σοβαρό «καρναβάλι» κατά τον κ. Βενιζέλο


Μπροστά στις κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και την αντίθεση της πλειοψηφίας των βουλευτών, το κυβερνητικό στρατόπεδο επιστράτευσε τον Α. Νεοφύτου για να καλοπιάσει τον Ν. Παπαδόπουλο. Αυτό σενάριο το λάνσαρε από πριν ο Πολίτης – που ξαφνικά εγκατέλειψε τις επιθέσεις εναντίον του ηγέτη του ΔΗΚΟ.  Τη Δευτέρα 11/8, ο Φιλελεύθερος είχε ως τίτλο: «Ψάχνουν κωδικό συνεννόησης. Πρωτοβουλίες την ύστατη από Αβέρωφ, που φλερτάρει με ΔΗΚΟ». Την επομένη [12/8], ωστόσο, η προσπάθεια καλλιέργειας κλίματος φάνηκε και πάλι να καταρρέει. Η αναπαράσταση της συνεδρίας της Βουλής από το Φιλελεύθερο ήταν ενδιαφέρουσα. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος [«Λένε «όχι» κόμματα και τρόικα. Εγκλωβισμένοι όλοι στο νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις»] διέψευδε τις ελπίδες της προηγούμενης. Ο Μιχαηλίδης συνέχισε την επίθεση, αντιπαραθέτοντας αυτή την φορά τί είχε πει ο Αβέρωφ στις 24 Ιουλίου -όταν άλλαξε και αυτός ρόλο και ύφος και το έπαιξε αριστερή κριτική των τραπεζών- με όσα έλεγε και λέει ο Χ. Γεωργιάδης [«Ποιες είναι οι τράπεζες είπατε; ..Αυτά που λέει ο Αβέρωφ τα είπε και στον Χ.Γεωργιαδη;».] Αντίθετα, ο Βενιζέλος που έχει επίσης κείμενο στην έκδοση, προσπάθησε να αλλάξει έμφαση - κατηγορώντας τη Γενική Εισαγγελία ότι καθυστερεί τις έρευνες για την οικονομία. Στο δεδομένο κλίμα έμοιαζε με υπεκφυγή για να μην πάρει, και πάλι, θέση. Οι πιέσεις, όμως, πρέπει να ήταν σαφείς γιατί την επομένη, 13/8, η κ. Ταραμουντά έριξε το βάρος στην αναζήτηση της παλιάς καλής συμφωνίας Αβέρωφ-Νικόλα, όπως σύστηνε και ο Πολίτης ο οποίος μάλιστα είχε και τίτλο «Βρίσκουν φόρμουλα Νικόλας-Αβέρωφ».[3] Έτσι, ο σχεδόν πανομοιότυπος τίτλος του πρωτοσέλιδου του Φιλελευθέρου ήταν: «Ξεκίνησε το παρασκήνιο. Αβέρωφ – Νικόλας αναζητούν χρυσή τομή με πακετοποίηση νομοσχεδίων». Και στη στήλη της, εμφανίστηκε με θέση, πια, που σαφώς στήριζε την κυβερνητική προσπάθεια. Ο τίτλος ήταν «Η μαγκιά είναι η λύση στο πρόβλημα» - εννοείται ότι η υποτιθέμενη "μαγκιά" θα ήταν η αποδοχή του νομοσχεδίου με κάποιο περιτύλιγμα. Η ρητορική ήταν χαρακτηριστική του αδιεξόδου – και της ανάγκης πια να ασκηθεί πίεση. Έτσι, η εξ’ αποστάσεως («όλοι φταίνε») ρητορική εγκαταλείφθηκε, και το κείμενο, αφού υιοθετεί τη ρητορική του Βενιζέλου για «θέατρο», καταλήγει στο ότι για να είναι δυναμικοί (μάγκες ας πούμε) οι πολιτικοί, πρέπει να κάνουν αυτό που θέλει η κυβέρνηση – και η τρόικα. Διαφορετικά είναι «λαϊκιστές». Η έμφαση στη ρητορική της κ. Ταραμουντά, ήταν στην αρνητική επίκληση του Μάρτη του 2013. Έπαιζε, δηλαδή, με το δεύτερο σενάριο του εκβιασμού: η απειλή για κούρεμα, για νέα κρίση κλπ. Μπορεί η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας[4] να μην έχει πειστεί από την προπαγάνδα αρθρογράφων, όπως η Ταραμουντά – η ίδια, όμως, αδυνατεί να το αντιληφθεί, οπότε συνεχίζει να απειλεί: «Μια δεύτερη κατάρρευση του τραπεζιτικού συστήματος ενάμισι χρόνο μετά την πρώτη είναι ο χειρότερος εφιάλτης για τον τόπο». Και για να πείσει, στο τέλος παραπέμπει και στη διορισμένη κ. Γιωρκάτζη, τη θέση της οποίας εξασφάλισαν και τα κατευθυνόμενα δημοσιεύματά της. Ένας αστείος κύκλος αυτοεπιβεβαίωσης. Όταν ο λόγος της κ. Ταραμουντά προβάλει ένα πανικό για την επανάληψη της αντίστασης του Μάρτη του 2013, τότε εμφανώς τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ανησυχούν. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι εκείνος ο Μάρτης ήταν μια από τις σπάνιες φορές που ο κ. Παττίχης, ο ιδιοκτήτης του Φιλελεύθερου, δημοσίευσε και πρωτοσέλιδη προειδοποίηση-εκβιασμό στους πολιτικούς. Αλλά τώρα πια η μπόγια δεν περνά τόσο εύκολα. Και έτσι, η Ταραμουντά άφησε τις ίσες αποστάσεις. «..εάν το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις δεν ψηφιστεί, η άξια των ενυπόθηκων δανείων των συστημικών τραπεζών κατά τον έλεγχο  αντοχής θα μηδενιστεί.» Ούτε υποψία πια ότι το θέμα είναι να διαχωριστούν οι μεγάλο-οφειλέτες από τους μικρό-ιδιοκτήτες. Εμφανώς η κ. Γιωρκάτζη και η κ. Ταραμουντά προωθούν τα συμφέροντα που τους εκφράζουν.

Ο Μιχαηλίδης, από την άλλη, συνέχισε την επίθεση – στις 13/8 ειρωνευόταν ένα παράδειγμα του Γεωργιάδη [«το οικόπεδο του υπουργού και το απλήρωτο διαμέρισμα»] ενώ την επομένη ο λόγος του λίγο πολύ απαντούσε έμμεσα στη ρητορική της κ. Ταραμουντά: «το στρες τεστ της κυβέρνησης»:
«Βρίσκουν χίλιες επικρίσεις για τους δανειολήπτες που δεν πληρώνουν τα δάνεια τους, αλλά ούτε μίση κουβέντα για τις τράπεζες, που άφησαν τα καθυστερημένα να πνίξουν όλο το σύστημα για να εξαναγκαστεί η πολιτεία να τους παραδώσει στο πιάτο τις υποθηκευμένες περιουσίες όπως το ζητούσαν για χρόνια τώρα.»
Ο τίτλος της εφημερίδας, πάντως, ερχόταν από το κυβερνητικό επιτελείο και έπαιζε με τον εκβιασμό : «Μην αγγίξετε την ουσία. Η τρόικα διαμηνύει ότι θα βάλει στο μικροσκόπιο ότι νέο συμφωνηθεί».

Όμως, παρά τις πιέσεις και τους εκβιασμούς, το θέμα δεν προχώρησε. Στις 16/8, καθώς ήταν εμφανές πια ότι ούτε οι εκβιασμοί, ούτε τα σενάριο Όργουελ [η κυβέρνηση των μεγάλο-οφειλετών θα τους κυνηγήσει] έπιανε, ο Βενιζέλος είχε ένα ακόμα κείμενο προσπαθούσε να σπρώξει προς την αποδοχή, αλλά κρατώντας τα προσχήματα σε αντίθεση με την Ταραμουντά που φαινόταν να ταυτίζεται πλήρως με το κυβερνητικό κόμμα. Στο κείμενο «Να μάθουμε να αντιδρούμε!» κάνει μια διασύνδεση του κυπριακού με την οικονομική κρίση για να συμπεράνει ότι οι κύπριοι πολίτες πρέπει να αφυπνίσουν τη συνείδηση και να «μάθουν να αντιδρούν». Αφού ρίχνει διάφορα για τα οικονομικά σκάνδαλα, όταν έρχεται στο επίμαχο ζήτημα του Μαρτίου του 2013, όταν όντως αντέδρασαν οι πολίτες και απέτρεψαν το κούρεμα όλων των καταθέσεων που θα ήταν όντως καταστροφικό, τα μασά βολικά και πάλι. Ξαφνικά, συμπεριφέρεται λες και ήταν σε «άλλη χώρα», και αντί να αναγνωρίσει την αντίσταση, που κατά τα άλλα υποτίθεται ότι υποστηρίζει ρητορικά τουλάχιστον, την υποτιμά με την ίδια ρητορική που αποκαλούσε προηγουμένως την άρνηση της πλειοψηφίας να δεχτεί το νομοσχέδιο σαν «θέατρο». Στο συγκεκριμένο κείμενο αποκαλεί την αντίσταση του Μάρτη του 2013 «καρναβάλι, μεταφορικά και στην πράξη». Προφανώς, λοιπόν, οι αντιδράσεις πρέπει να είναι ρητορικές και να καταλήγουν στο ότι αφού "δεν υπάρχουν άλλες λύσεις", τότε «θα γίνονται όλα αποδεκτά» ..

Και ξανά αναζήτηση της «συναίνεσης»- τώρα γίνονται αλλαγές στο πακέτο, αλλα το άγχος είναι πια εμφανές και ο Βενιζέλος μας πληροφορεί ότι η λύση είναι να φύγει η τρόικα, αλλά δεν γίνεται.. άρα..


Μετά την αποτυχία των ό,ποιων συμβιβασμών γύρω από τον 15αυγουστο[5] άρχισε μια νέα προσπάθεια κατασκευής κλίματος «συναίνεσης» με υποχώρηση πια της κυβέρνησης από την σκληρή στάση ότι δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές, ότι η τρόικα δεν δέχεται κλπ. Ο αποδέκτης ήταν σαφώς το ΔΗΚΟ, αλλά ο κ. Παπαδόπουλος, επέλεξε να στείλει το συμβολικό του μήνυμα με το να φύγει για διακοπές. Στις 23/8 ο Φιλελεύθερος πρόβαλε και πάλι την προσπάθεια της κυβέρνησης με νέους όρους πια – αντί «δεν γίνονται αλλαγές», τώρα το σενάριο ήταν «αναθεωρημένο πακέτο»: «Νέο σωσίβιο με αλλαγές. Η κυβέρνηση αναθεωρεί το πακέτο εκποιήσεων για να εξασφαλίσει πλειοψηφία.» Η επίδραση της αλλαγής κλίματος, και άρα του γεγονότος ότι τελικά θα υπήρχε συμβιβασμός από την κυβέρνηση, φάνηκε και σε ένα σχόλιο του κ. Βενιζέλου στις 20/8 όταν ξαφνικά η ρητορική του φάνηκε να κάνει στροφή και να υιοθετεί μια ανοικτή επίθεση εναντίον των τραπεζιτών: «Έβγαζαν το λάδι των δανειοληπτών ενώ τα γραβατομενα λαμογια στοίβαζαν.» Η απότομη ταύτιση με την έντονη κριτική ενάντια στις τράπεζες, ήταν ένα είδος μετατόπισης, από την θέση (έμμεσης έστω) στήριξης της κυβέρνησης. Αλλα ημιτελούς και αβέβαιης ακόμα μετατόπισης αφού και το πολιτικό σκηνικό ήταν ρευστό. Στο τέλος το κείμενο κατάληξε και πάλι στην θέση των «ίσων αποστάσεων». Στο κείμενο του στις 23/8 ξαναγύρισε και πάλι πιο έντονα στις «ίσες αποστάσεις» με καταληκτικό στόχο την πίεση υπέρ του νομοσχεδίου – καθώς και στο πολιτικό σκηνικό η κυβέρνηση έκανε μια τελευταία προσπάθεια να επαναφέρει ένα κλίμα συνολικών εκβιασμών/πιεσεων με την επιστράτευση διάφορων "ειδικών". Έτσι, στην ρητορική των ίσων αποστάσεων του κ. Βενιζέλου, αφού ανάλωσε περισσότερο από το μισό κείμενο κάνοντας κριτική, σαν είδος συμβούλου, στην κυβέρνηση γιατί δεν μίλησε με το ΔΗΚΟ πριν καταρτίσει το νομοσχέδιο, το υπόλοιπο μέρος επιστρέφει στα κλισέ του  «θεάτρου» - και αφού κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι κάνει τακτικισμους, την ταυτίζει, σε μια ακόμα κίνηση ισοπέδωσης των διαφορών, με τις τράπεζες και τους τραπεζίτες, λες και είναι αυτή που προσπαθούσε να περάσει το νομοσχέδιο που ήθελαν οι τράπεζες. Η ρητορική του «όλοι είναι ίδιοι», σε αυτό το πλαίσιο, είναι διπλά χρήσιμη για τη ρητορική που προσπαθεί να περάσει την θέση των τραπεζών – κατ’ αρχήν λογοκρίνει το τί έγινε την περίοδο 2009-2012 και ποιοί (πολιτικοί αλλα και ΜΜΕ)  συγκάλυπταν τότε τις τράπεζες, αλλά ηταν και χρήσιμη στο παρόν, αφού ουσιαστικά υποβάθμιζε την προσπάθεια για αλλαγές, και ενίσχυε τον εκβιασμό του μονόδρομου για το νομοσχέδιο. Είναι λ.χ. ενδεικτικό της συγκάλυψης των ευθυνών (και του σημείου από όπου εκφέρεται ο λόγος) ότι αναφέρει γενικόλογα στα «πάρτι» των τραπεζιτών, αλλά παραβλέπει ότι κάποιοι, ανάμεσα τους και ο ίδιος, συγκάλυψαν την επιστροφή του ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας το 2013 σε άτομα που εμπλέκονται στην πορεία των τραπεζιτικών προβλημάτων από το χρηματιστήριο του 1999 (όπως ο κ. Κοιλιαρης) μέχρι την πορεία που πήρε η οικονομία από το 2006 μέχρι το 2012 (όπως ο κ. Συριχας). Υπάρχει άλλωστε και ένα είδος κωμικού στοιχείου στην αναφορά,  όταν αναλογιστεί κανείς πόσα εκατομμύρια διοχέτευαν οι τράπεζες στα ΜΜΕ, και στον Φιλελεύθερο φυσικά – σαν «διαφήμιση» («πάρτι διαφήμισης»;), αλλά όπως έγραψε και ο κ. Παράσχος, ποιός τολμούσε να παρακούσει τις έμμεσες οι άμεσες «ανάγκες» των χρηματοδοτών; Όποιος κατοικεί σε γυάλινο σπίτι δεν πετάει πέτρες – εκτός βέβαια και αν οι πέτρες έχουν ως στόχο τη συγκάλυψη. Σε αυτό το πλαίσιο, η δήθεν αποστασιοποίηση από ένα μέλος του κατεστημένου μπορεί να θεωρηθεί και σαν δείγμα της στρατηγικής των ίσων αποστάσεων για να περάσει το νομοσχέδιο σαν «επάναγκες».

Στο επόμενο κείμενό του στις 26 /8, η ρητορική συνεχίζε με το ίδιο σενάριο – ότι όλα είναι θέατρο, και μάλιστα απέδιδε και σε όσους εναντιώνονται στο νομοσχέδιο την ίδια ρητορική με την κυβέρνηση – «υπερβολές και κινδυνολογίες». Και κατάληξε στην ομολογία της προέκτασης της όλης ρητορικής – ότι δεν υπάρχει λύση διότι «Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πολιτική απαλλαγής από την τρόικα, που σήμερα δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί Οπότε, το συμπέρασμα που δεν αρθρώνεται, είναι ψηφίστε το. Ήταν όμως μια βιαστική κίνηση από την συγκεκριμένη ρητορική – που τελικά έσπρωξε αυτόν που την έκφερε στην ομολογία ότι πίσω απ τις «ίσες αποστάσεις» βρισκόταν η θέση-προέκταση του «τίποτα δεν μπορεί να γίνει».

Τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση υποχώρησε και άνοιξε ο δρόμος για αλλαγές. Και ίσως σαν συμβολική έκφραση αυτής της αλλαγής ανακοινώθηκε και παράταση χρόνου για την ψήφιση των όποιων νομοσχεδίων από την Βουλή. Η ρητορική των ίσων αποστάσεων έχανε το παιχνίδι. Και έτσι στο κείμενο του στις 30/8 ο κ. Βενιζέλος άλλαξε δραματικά έμφαση – στράφηκε τώρα μόνο εναντίον της κυβέρνησης, και αναγνώριζε ότι η Βουλή τελικά φάνηκε να καταφέρνει να διαμορφώσει αλλαγές. Αυτό δηλαδή που η προηγούμενη ρητορική προεξοφλούσε ότι δεν μπορούσε να γίνει. Οπότε εκείνη η ρητορική εγκαταλείφθηκε σε αναζήτηση κάποιας άλλης θέσης – που να μπορεί και να λογοκρίνει την προηγούμενη περίοδο. Διότι η ρητορική των ίσων αποστάσεων, έχει σαν δομικό στόχο συνήθως την δικαιολόγηση του status quo – και της όποιας μορφης/συγκροτησης του υπάρχοντος πλέγματος της εξουσίας. Είναι η δήθεν «εξ αποστάσεως» δικαιολόγηση των κινήσεων της εξουσίας (και όχι μόνο της κυβερνητικής - αλλα και της οικονομικής) με την δικαιολογία του «αναπόφευκτου» που εμφανίζεται σχεδόν σαν «φυσικό» αντί σαν προϊόν πράξεων – ιστορικών και πολιτικών. Οπότε οποιαδήποτε αλλαγή του σκηνικού, και διάψευση της θέσης που καταλάμβανε ο φορέας της ρητορικής των ίσων αποστάσεων, αντιμετωπίζεται με μια απότομη αλλαγή – και έντονη προσπάθεια ανακατασκευής της ιστορικής μνήμης. Του τι έγινε.  Ανάλογη είναι και η ρητορική για τα αίτια της κρίσης. Ποτέ λ.χ. δεν αναφέρεται η ευθύνη των τραπεζών για την κάθοδο της τρόικα, λες αυτός που αρθρώνει τη γραφή ήταν σε άλλη χώρα την περίοδο Μάιος – Ιούλιος του 2012.

…η ρητορική των ίσων αποστάσεων, έχει σαν δομικό στόχο συνήθως την δικαιολόγηση του status quo – και της όποιας μορφής/συγκρότησης του υπάρχοντος πλέγματος της εξουσίας. Είναι η δήθεν «εξ αποστάσεως» δικαιολόγηση των κινήσεων της εξουσίας.. με την δικαιολογία του «αναπόφευκτου» που εμφανίζεται σχεδόν σαν «φυσικό» αντί σαν προϊόν πράξεων – ιστορικών και πολιτικών. Οπότε οποιαδήποτε αλλαγή του σκηνικού, και διάψευση της θέσης που καταλάμβανε ο φορέας της ρητορικής των ίσων αποστάσεων, αντιμετωπίζεται με μια.. προσπάθεια ανακατασκευής της ιστορικής μνήμης….  Ανάλογη είναι και η ρητορική για τα αίτια της κρίσης..


[1] Όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν παράνομη και ότι ο «διεθνής δικαστής», ο κ. Πικής είτε είχε σκόπιμα παραπλανήσει, είτε συμπεριφέρθηκε σαν αχάπαρος όταν ανέλαβε την προεδρία με τους όρους που ανέλαβε, αλλά και τους περιορισμούς της νομοθεσίας.

[2] Η συμμετοχή του λόγου της κ. Ταραμουντά στην επίθεση εναντίον της Κεντρικής το 2013 ήταν εμφανής - και σαφώς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέρει ότι στην Κεντρική Τράπεζα ανέλαβαν ουσιαστικά άτομα τα οποία συνδέονται είτε με την υπόθεση του χρηματιστηρίου, είτε με τα τεραστία προβλήματα της εποπτείας Ορφανίδη – και την ανάπτυξη της φούσκας των ακινήτων. Η δήθεν αδυναμία της ρητορικής της να αντιληφθεί τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούνταν με τον μη διαχωρισμό της Τράπεζας Κύπρου ή με την επίμονη της εφημερίδας της στο διορισμό Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου το 2013, χωρίς καν υποτυπώδη έλεγχο για σύγκρουση συμφερόντων, ήταν εκφραστικές στιγμές.

[3] Την νοσταλγία του «υπάκουου/βολικού Νικόλα» που εξυπηρετούσε τον ΔΗΣΥ μπορούσε να την ανιχνεύσει κάποιος από τον Πολίτη της Κυριακής – στο πρωτοσέλιδο υπήρχαν δυο τίτλοι που προδιέθεταν για τη φαντασίωση- «Quo vadis Νικόλα» και «Σχοινοβατεί ο Αβέρωφ». Στις 12/8 αναγγέλθηκε η παρέμβαση Αβέρωφ με όρους «ελέγχου» των τραπεζών. Ακόμα και μια σύγκριση της ορολογίας με ότι λεγόταν 2 χρόνια πριν ήταν εντυπωσιακή – οι υπερασπιστές, στο χώρο των ΜΜΕ, του να αφεθούν οι τράπεζες να κάνουν ότι θέλουν, φώναζαν τώρα για έλεγχο.

[4] Όπως φάνηκε από τη δημοσκόπηση του ΡΙΚ την άνοιξη του 2014 πριν τις ευρωεκλογές μόλις 17% συμφωνούσαν με το πρώτο κούρεμα.

[5] Ήταν σαφές ότι ο στόχος, όπως και με το κούρεμα, ήταν να περάσει το δύσκολο σημείο με άξονα μια γιορτή που θα έστρεφε την προσοχή αλλού – τότε ήταν οι αποκριές-καρναβάλι, τώρα οι διακοπές-άδειες του καλοκαιριού.