28 Ιουν 2015

Σου είπαν ψέματα πολλά- καιρός να δεις



Τόσα χρόνια δεν ακούσαμε ποτέ να χαρακτηρίζεται ως προδοτικό το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα της 21ης Απριλίου 1967. Στην Κύπρο, συνήθως, το χαρακτηρίζουμε άφρων, αμερικανοκίνητο, κλπ, αλλά το επίθετο προδοτικό το φυλάμε για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου στην Κύπρο. Μήπως εκείνο της 21ης  Απριλίου δεν ήταν προδοτικό, αλλά το γιούδι της στην Κύπρο ήταν; Το παιγνίδι με τις ψευδολέξεις αποτελεί από παλιά το εθνικιστικό ελληνοκυπριακό υπερόπλο. Κακομάζαλο και μίζερο εκτός συνόρων, αλλά πολύ αποτελεσματικό  για τον έλεγχο και χειραγώγηση των Ελληνοκυπρίων. Μήπως θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ως εισβολή κάποιας χώρας στην Ελλάδα. Μήπως, όμως, στην Κύπρο θα μπορούσαμε να δούμε, έστω αμυδρά, κάποια χαρακτηριστικά  εισβολής της Ελλάδας και στρατιωτικής κατάκτησης του κυπριακού κράτους; Μια κατάκτησης που δεν στάθηκε, αλλά αυτό δεν οφείλεται στο ελληνικό κράτος. Κι από πότε όταν είναι μια χούντα που ηγείται ενός κράτους, χάνει τη σημασία της η επεκτατικότητά της. Ή γιατί χάνει τη σημασία της όταν έχει και τοπικούς συνεργάτες έστω και ...άφρονες. Ή ακόμα γιατί αν το αποκαλέσουμε μόνο προδοτικό πραξικόπημα, θα εμποδίσουμε την Τουρκία να το χρησιμοποιεί ως επιχείρημα. Ή αντίστροφα γιατί να χάνουμε την πραγματική σημασία των πραγμάτων, διότι γίνεται  χρήση τους από την Τουρκία; Και γιατί ο Χριστόφιας ή ο Αναστασιάδης ή η 2η  Ανάγνωση νά’ ναι προδότες ή μειοδότες, αν λένε τα πράγματα με το όνομα τους. Ο κ. Ακιντζί δεν περίμενε κανένα Ελληνοκύπριο να μιλήσει για την πάρτη του. Όσοι έζησαν στην Κύπρο το ‘68, μέχρι το ‘74, θα θυμούνται ότι για όλες, απολύτως όλες, τις εφημερίδες η χούντα ήταν στρατιωτική κυβέρνηση. Στα σχολεία οι καθηγητάδες δίδασκαν με τα βιβλία με το ψοφοπούλι, «προσφορά της μητέρας πατρίδας» και τη στήριζαν, πολλοί φιλόλογοι κυρίως, ή σιωπούσαν. Ο στρατός δε ή για τους Κυπροκεντρικούς ή Μακαριακούς ή Αριστερούς για την πλειοψηφία δηλαδή, έμοιαζε με στρατόπεδο συγκέντρωσης και αναμόρφωσης. Με αξιωματικούς κύρια από την Ελλάδα, και δόκιμους και υπαξιωματικούς σχεδόν αποκλειστικά, Εοκαβητατζήδες, στρατευμένους ήδη από τα σχολεία. Τα τελευταία χρόνια αρχίσαμε να μιλάμε για τα όσα υπέστησαν οι Τουρκοκύπριοι από το ‘63 κυρίως μέχρι το ‘74. Όμως, εκείνη η εφταετία ήταν και για τους Ελληνοκύπριους μια κόλαση με την κυβέρνηση του Μακαρίου να σχοινοβατεί σε … λεπτές ισορροπίες. Το ‘68 όλοι οι ελληνοκύπριοι βουλευτές ψήφισαν … Ένωση. Να λοιπόν μια από τις χείριστες υπηρεσίες που πρόσφερε η μια πατρίδα στην μικρή της κόρη και δεν πρόκειται για κάτι πολύ στιγμιαίο που έγινε ως λεπτή χειρουργική επέμβαση κάποιο δευτερόλεπτο το ‘74. Και για να τελειώνουμε και με την ιστορία περί χούντας, είναι πλέον πολύ γνωστό και μελετημένο και δημοσιευμένο και ντοκουμενταρισμένο ότι το σχέδιο για πραξικόπημα στην Κύπρο από την Ελλάδα, έγινε πριν από την χούντα από πολιτική κυβέρνηση. Απλώς η χούντα ήταν αρκετά ηλίθια για να το εκτελέσει.  Ή... μήπως πάλι δεν ήταν και τόσο ηλίθια, δηλαδή, έκανε αυτό ακριβώς που ήθελε.
Κοιτάξετε συμπτώσεις: μόλις άκουσα το τραγούδι που μου έδωσε τον τίτλο του κειμένου, ενώ στο Greek cinema παίζει στο mute μια ταινία που μάλλον διαδραματίζεται σ’ ένα από τα ξερονήσια -στρατόπεδα συγκέντρωσης με βασανιστήρια και εκτελέσεις, έξι η ώρα και κάτι το πρωί. Είχα ανοίξει το κομπιούτερ λογαριάζοντας να γράψω κάτι για τη δήλωση Αναστασιάδη για τις μητέρες πατρίδες και τον απογαλακτισμό των Κυπρίων, μετά που παρακολούθησα την κρίσιμη συνεδρία της ελληνικής Βουλής  για το δημοψήφισμα, και αυτό μετά που είχα επιστρέψει από μια μουσική και ποιητική βραδιά, αφιέρωμα στον Ναζίμ Χικμέτ στα ελληνικά και τουρκικά, γλυκειά και επαναστατική, τόσο που δεν ήθελε κανείς να φύγει. Λοιπόν, πριν αρχίσω να γράφω, είπα να κάνω ένα τελευταίο ζάπινγκ και … πέφτω στο Μέγκα και το Φουρλά σε μεταμεσονύχτια επανάληψη του « έχεις μέσον», σ' ένα  σχόλιο για τις δηλώσεις Αναστασιάδη, που έλεγε περίπου ότι οι δηλώσεις δεν αποδώθηκαν ορθά, αλλά έγιναν σε λάθος στιγμή, σε σχέση με την κατάσταση στην Ελλάδα. Φυσικά, η κάθε εκπομπή έχει τους θεατές της. Η συγκεκριμένη φαίνεται ότι έχει αρκετούς πελάτες που αγαπούν βαθειά την Ελλάδα ως ιδέα ανεξάρτητα, θεωρούν από κυβερνήσεις και κόμματα και θεωρούν ότι τις χρωστούν τις σπουδές τους, τη σίτισή τους στα δύσκολα χρόνια και τη διαχρονική στήριξή της στον αγωνα της Κύπρου. Ο Αναστασιάδης δέχτηκε κριτική, επειδή δεν στηρίζει την Ελλάδα στην ανάγκη της, που είναι το μόνο μας στήριγμα και ο Τσίπρας στηρίζεται ως  ηγέτης του εθνικού κέντρου που αντιστέκεται στους δανειστές της. Βασικά, είναι εντυπωσιακό το πόσες χώρες υπάρχουν μέσα σε μια μικρή Κύπρο. Εν τω μεταξύ στην ΕΡΤ από τις εφτά έχει, ήδη, αρχίσει κυριακάτικα η πρωινή ζώνη με πολιτική αντιπαράθεση... Και επειδή για λόγους μυστήριους ο νούς μου γυρίζει στον Σαραμάγκου επιτρέψτε μου να μη βάλω σήμερα παραγράφους.



Για μια ακόμα φορά οι μαθητές/τριες έστειλαν ένα μήνυμα που το σύστημα δεν μπορεί να κατανοήσει: οι μαθητές/τριες τεκμηρίωσαν το προφανές – δεν μπορείς να περιμένεις από ένα σύστημα που λογοκρίνει την δική τους φωνή, να παράγει ταυτόχρονα «κριτική σκέψη» και άλλες ανάλογες ψευδαισθήσεις.



« ..ήταν τραγελαφικό και πέραν κάθε δεοντολογικής διαδικασίας, το γεγονός ότι καθορίστηκε η ορθή απάντηση, σε κάποια από τις ερωτήσεις, μέσα από την διαδικασία της ψηφοφορίας της ομάδας των διορθωτών». Δ. Ταλιαδώρος πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ και του Συνδέσμου Φιλολόγων

 «
Ο Ταλιαδώρος αποφάνθηκε ότι δεν χειριζόμαστε σωστά τη γλώσσα, ώρα να βγουν πάλι οι παπάδες να μας πουν διεστραμμένους.» [Μαρίνος Νομικός]

Η συνέχεια της συζήτησης για το θέμα των παγκυπρίων εξετάσεων για τις ψευδαισθήσεις ήταν η αναμενόμενη – η πλειοψηφία των μαθητών/τριων δεν έγραψε καλά, άρχισε πάλι από την μια η ψαλμωδία με συμβολικό εκφραστή τον Ταλιαδώρο ότι οι νέοι δεν μιλούν καλά, δεν ξέρουν τη γλώσσα τους [άρα να δώσουμε έξτρα ώρες στο παραμάγαζο που έφτιαξε για τον κλάδο του, τους φιλόλογους], ενώ τα ΜΜΕ έκαναν ότι μπορούσαν για να διογκώσουν το θέμα, οι γονείς θα πάνε δικαστήρια κοκ. Μια ακόμα φαιδρή παράσταση που επιμένει να αγνοεί την πραγματικότητα. Κατ’ αρχήν οι μαθητές/τριες μάλλον δεν θα αδικηθούν γιατί θα γίνει αναπροσαρμογή των βαθμών, όπως γίνεται κάθε χρόνο και όλοι το ξέρουν. Δεύτερο, όλοι θα θυμούνται ότι αυτή η ιστορία με το μάθημα των ελληνικών δεν είναι πρόσφατη – όσοι θυμούνται τη δική τους εποχή, θα θυμούνται ότι και τότε οι πιο ηλικιωμένοι και οι εφημερίδες ανάλογα έλεγαν. Φαίνεται ότι με τα χρόνια μαθαίνει ο κόσμος τί είναι αυτό που λέγεται ελληνικά ή απλώς ξεχνά τί λεγόταν και το επαναλαμβάνει με ύφος περισπούδαστο. Οι δημοσιογράφοι δικαιολογούνται γιατί αναζητούν θέμα για να πουλήσουν.

Θα μπορούσε επίσης να τεθεί και η εύλογη υποψία ότι με δεδομένη την προσπάθεια να γίνουν κάποιες αλλαγές, ίσως ένα κακό [έστω και επαναλαμβανόμενο] αποτέλεσμα, θα καλλιεργούσε ένα κλίμα για να περάσουν από τη βουλή κάποια νομοσχέδια.

Αυτά, όμως, είναι συγκυριακά, θα μπορούσε να πει κάποιος. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι δομικό και έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το  συγκεκριμένο μάθημα, αλλά και με τη θεσμική οργάνωση για αναπαραγωγή του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Το «πρόβλημα» του κειμένου ήταν ότι δεν είχε καμία σαφή κατεύθυνση και έτσι όλη η προετοιμασία των μαθητών/τριων να ανιχνεύουν ένα κείμενο για να μπορούν να αναγνωρίζουν τις κατευθύνσεις που θα ήθελαν οι εξεταστές να πάει το δικό τους κείμενο, ήταν άχρηστη.

Οι ψευδαισθήσεις ως ο αναστεναγμός της ρομαντικής ύπαρξης
Βέβαια, φέτος, όντως υπήρξε και ένα παράδοξο θέμα που προκάλεσε αίσθηση από την αρχή. Οι μαθητές/τριες βγήκαν από τις εξετάσεις με ένα αίσθημα ότι δεν ήταν προετοιμασμένοι για το θέμα – και άρα δεν ήξεραν αν έγραψαν καλά κλπ. Λίγοι εστίασαν σε αυτήν την αίσθηση των μαθητών/τριων. Τί έλεγε ουσιαστικά; Ότι τα ελληνικά είναι ένα μάθημα το οποίο μαθαίνεται, όπως και άλλα [ιστορία ή φυσική, ας πούμε] και οι μαθητές/τριες αναμένεται να αποδώσουν σε συγκεκριμένα θέματα, τομείς κλπ. Η ιδέα ότι θα έγραφαν απλώς τη γνώμη τους ήταν κωμική. Οι μαθητές/τριες μαθαίνουν μερικά θέματα, πώς να τα αναπτύξουν, συνήθως με κοινοτυπίες, και οι καθηγητές/τριες τα βαθμολογούν με βάση κάποια κριτήρια που περιλαμβάνουν και ποιές ιδέες είναι καλά να ειπωθούν.
Το συγκεκριμένο γραπτό με τις ψευδαισθήσεις είχε ένα μειονέκτημα σε σχέση με το πιο πάνω σύστημα – ήταν μεν γεμάτο κοινοτυπίες, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο που έπρεπε να εστιάσουν οι διαγωνιζόμενοι ή και πώς θα βαθμολογηθούν. Το κείμενο το ίδιο κατηγορήθηκε ότι ήταν ασαφές, αλλά και ότι ενδεχομένως προέτρεπε τους μαθητές/τριες να υιοθετήσουν ένα είδος αυτομαστιγώματος, το οποίο σε συνάρτηση με τον συγκυριακά ηγεμονικό λόγο, έμοιαζε και με κυβερνητική προπαγάνδα. Στην ουσία, όμως, δεν ήταν. Ήταν μια γενικόλογη αναφορά, με λίγο από όλα, που ξεκινούσε από την οικολογία [«ο πλανήτης μας κινδυνεύει»], έριχνε έμμεσα και λίγο κακό καταναλωτισμό [η ανθρώπινη «αφροσύνη», «απαιτείται μια ριζική αλλαγή στις προτεραιότητες, αλλά και στις αξίες..»] κακό χαρακτήρα και έπαρση που θύμιζε χριστιανική κατήχηση [κακή «ανθρώπινη φύση» που μένει «αμετάβλητη» - με ολίγον  Θουκυδίδη], άντε και λίγη κριτική για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς [«αγορές», «χρηματιστήρια»] και την οικονομία «που κανείς δεν καταλαβαίνει» [κούφο, αλλά στο γενικό ποτ μπουρί, ας πάει και αυτό] και τις ανάλογες κοινοτυπίες για τα καλά και τα κακά της τεχνολογίας, του ίντερνετ κλπ. Αν ήταν να παραφράσει κανείς τον Μαρξ, θα το ονόμαζε τον αναστεναγμό της ρομαντικής ύπαρξης.

Το «πρόβλημα» του κειμένου ήταν ότι δεν είχε καμία σαφή κατεύθυνση και έτσι όλη η προετοιμασία των μαθητών/τριων να ανιχνεύουν ενα κείμενο για να μπορούν να αναγνωρίζουν τις κατευθύνσεις που θα ήθελαν οι εξεταστές να πάει το δικό τους κείμενο, ήταν άχρηστη.

Η κριτική σκέψη προϋποθέτει την ύπαρξη εναλλακτικών πιθανοτήτων και το άνοιγμα της σκέψης στο μη-ηγεμονικό – αν ο επικεφαλής των διδασκόντων επιμένει δημόσια ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρχε μια «ορθή» απάντηση, τότε η κριτική σκεψη τί χρειάζεται;
Η ευφυολογία ότι απαιτείτο κριτική σκέψη ήταν το αποκορύφωμα της κωμωδίας -  ποιός θα δίδασκε την κριτική σκέψη, αφού ο ίδιος ο επικεφαλής του Συνδέσμου Φιλολόγων διαμαρτύρεται γιατί δεν υπήρχε μια και μόνο «ορθή απάντηση» και η απόφαση λήφθηκε με «ψηφοφορία»; Και ποιά κριτική σκέψη, αφού είναι σαφές ότι ό,ποια ανοίγματα είχαν γίνει προηγουμένως, έκλεισαν με την επιστροφή σε μια συντηρητική κατεύθυνση; Ο ίδιος ο κ. Ταλιαδώρος επέμενε και στο παρελθόν ότι οι μαθητές/τριες δεν ξέρουν να μιλούν. Και η συντηρητική στροφή δεν είναι ευθύνη του νυν υπουργού, που αν όχι τίποτε άλλο φαίνεται να προσπαθεί, τουλάχιστον, να προωθήσει μερικές οργανωτικές αλλαγές σε ένα τομέα ο οποίος ανατέθηκε αρχικά σε κάποιον κ. Κενεβέζο, ως έκφραση ευγνωμοσύνης για την προσφορά του στις προεδρικές εκλογές, χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος για το αν το άτομο είχε έστω και υποτυπώδη γνώση για το τί χρειάζεται το συγκεκριμένο υπουργείο. Και από εκεί και πέρα, ανέλαβε ο κομματικός μηχανισμός του ΔΗΣΥ, όπως φαίνεται και από τις διαμάχες στην ΟΕΛΜΕΚ. Και με την στήριξη της οργάνωσης της ΕΔΕΚ, που από ότι φαίνεται ενδιαφέρεται επίσης για συγκεκριμένες καρέκλες.

Η ευφυολογία ότι απαιτείτο κριτική σκέψη ήταν το αποκορύφωμα της κωμωδίας -  ποιός θα δίδασκε την κριτική σκέψη, αφού ο ίδιος ο επικεφαλής του Συνδέσμου Φιλολόγων διαμαρτύρεται γιατί δεν υπήρχε μια και μόνο «ορθή απάντηση» και η απόφαση λήφθηκε με «ψηφοφορία»;

Το γλωσσικό πρόβλημα – όταν ένα μάθημα στην υποτιθέμενη γλώσσα των μαθητών/τριων τους αντιμετωπίζει ως υποανάπτυκτους βαρβάρους, ευνοώντας τους λίγους που απλώς αναπαράγουν και που αγνοεί την εκρηξη της επικοινωνίας των «ομοίων» της γενιάς τους.
Μετά την τελευταία μεγάλη αντιπαράθεση για το γλωσσικό ζήτημα στην Κύπρο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 [με συμβολικό σημείο αναφοράς την προσπάθεια αλλαγής των τοπωνυμιών των Λατσιών τζαι της Αγλαντζιάς] το κυπριακό γλωσσικό καθεστώς έγινε αντικείμενο πιο σοβαρών αναλύσεων – ακριβώς και γιατί ήταν πλέον φανερό ότι  υπήρχε μια ντε φάκτο πραγματικότητα την οποία  ο λόγος της εξουσίας [όχι απλώς της κυβερνητικής, αλλά των μεσαζόντων –ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο – της εκπαίδευσης] προσπαθούσε να λογοκρίνει. Μέχρι και ο βασικός ιδεολόγος της προσπάθειας επιβολής του εξελληνισμού, ο Μ. Χριστοδούλου είχε παραδεχθεί ότι η κυπριακή θα μπορουσε να θεωρηθεί ως γλώσσα και άρα έπρεπε να λογοκριθεί.[1] Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο του κ. Μοσχονά «Κοινή γλώσσα και διάλεκτος, Τα ζήτημα της «γλωσσικής διμορφίας» στην Κύπρο» μπορεί να θεωρηθεί εκφραστικό μιας μετατόπισης ηγεμονικού «παραδείγματος». Της αναγνώρισης, δηλαδή, ότι στην Κύπρο υπάρχει διγλωσσία, ότι οι κάτοικοι της Κύπρου χρησιμοποιούν διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν «ίδια γλώσσα», όπως απλουστευτικά έκανε ο κυρίαρχος λόγος, για να αφαιρέσει την ντε φάκτο ύπαρξης  της κυπριακής και μετά να την μειώσει ως διάλεκτο, ημιβάρβαρη εκδοχή [και να δαιμονοποιεί την εξέλιξή της σαν "μπάσταρδο είδος"/υβρίδιο], χωρκάτικη κλπ, που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτή η μετατόπιση, και η αναγνώριση της ύπαρξης της κυπριακής ως πραγματικότητας που δεν μπορεί να εξαφανιστεί, φαίνεται να έχει γίνει κάπως αποδεκτή ιδιαιτερα στα δημοτικά.

Μέχρι και ο βασικός ιδεολόγος της προσπάθειας επιβολής του εξελληνισμού, ο Μ. Χριστοδούλου είχε παραδεχθεί ότι η κυπριακή θα μπορουσε να θεωρηθεί ως γλώσσα και άρα έπρεπε να λογοκριθεί.[2] Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο του κ. Μοσχονά «Κοινή γλώσσα και διάλεκτος, Τα ζήτημα της «γλωσσικής διμορφίας» στην Κύπρο» μπορεί να θεωρηθεί εκφραστικό μιας μετατόπισης ηγεμονικού «παραδείγματος». Της αναγνώρισης, δηλαδή, ότι στην Κύπρο υπάρχει διγλωσσία, ότι οι κάτοικοι της Κύπρου χρησιμοποιούν διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες..

Όμως, αυτή η έστω και διστακτική  αναγνώριση της ντε φάκτο διγλωσσίας φάνηκε να προσπερνιέται από την εξέλιξη της ίδιας της πραγματικότητας. Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των κυπρίων τους έχει κάνει να μιλούν όλο και περισσότερο την κυπριακή δημόσια, χωρίς το κόμπλεξ του παρελθόντος και το φόβο της λογοκρισίας του εσωτερικευμένου φιλολόγου [όπως θα μπορούσε να ονομάσει κάποιος την ψυχαναλυτική[3] λειτουργία του σχολείου του παρελθόντος] αλλά ακόμα και αυτή η κοινωνική μετατόπιση, προσπεράστηκε από την έκρηξη των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων που ουσιαστικά έβαλαν στο τραπέζι άμεσες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους γραφής [greeklish], νέους συνδυασμούς λέξεων και εκφράσεων κοκ. Αυτό που συνέβαινε στο παρελθόν στο σχολείο ήταν η συνύπαρξη της ελληνικής-αθηναϊκής γλώσσας με την κυπριακή σε διαφορετικούς χώρους – η ελληνική βρισκόταν στην τάξη, στο χώρο της επιβολής της εξουσίας, και η κυπριακή στην αυλή - στον ανεξέλεγκτο χώρο της "ελευθερίας". Στην κοινωνία ευρύτερα, η ελληνική ήταν ο επίσημος κώδικας και η κυπριακή, η γλώσσα της καθημερινότητας.  Με την έκρηξη της οριζόντιας επικοινωνίας μεταξύ των νέων, ωστόσο, η καθημερινή γλώσσα της αυλής έχει ξεπεράσει προ πολλού και το διαχωρισμό και την ιεραρχική σχέση – η κυπριακή δεν έχει μπει μόνο από το παράθυρο, πια, στη σχολική αίθουσα, αλλά διεκδικεί ένα καθεστώς ντε φάκτο συνύπαρξης, η οποία είναι και απόλυτα νομιμοποιημένη από την διεθνή βιβλιογραφία τόσο της γλωσσοκοινωνιολογίας, όσο και της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης.[4] Η κυπριακή εξελίσσεται με πρωταγωνιστές τους νέους, και τα τεχνολογικά gadgets που τους επιτρέπουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, αλλά και να πληροφορούνται αυτόνομα. Η κυπριακή σε αυτό το πλαίσιο της άμεσης τεχνολογικής επικοινωνίας είναι είναι πια ο χώρος, όπου διαμορφώνεται ο νέος τρόπος έκφρασης και πληροφόρησης.

Το σχολείο έκανε μια διστακτική, αλλά σημαντική κίνηση με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση [από την οποία ο κ. Ταλιαδώρος κατάλαβε ότι την προωθούσε το αντίπαλο κόμμα άρα, είναι εναντίον λόγω κόμματος][5] αλλά μπλόκαρε και πάλι με τη συντηρητική στροφή που εκπροσωπεί σήμερα ο Ταλιαδώρος, που για όλα αυτές τις εξελίξεις έχει μια και μόνο συνταγή – δώστε και άλλο χρόνο στους φιλόλογους, επιμένοντας ότι οι μαθητές/τριες δεν καταλαβαίνουν, άρα θέλουν και άλλη "κατήχηση".

Σε αντίθεση με τον κ. Χριστοδούλου που αναγνώριζε, έντιμα, τουλάχιστον το πρόβλημα της συνύπαρξης δυο γλωσσικών εκδοχών, ο κ. Ταλιαδώρος δεν φαίνεται καν να κατανοεί. Η ρητορική του μοιάζει με εκείνη της ρητορική της ακροδεξιάς πριν το 1974, την οποία περίγραψε με σαφήνεια ο P. Loizos, όταν περιέγραφε τις επιθέσεις του Ν. Σαμψών εναντίον του Γ. Κληρίδη στις εκλογές του 1970 – ότι όσοι είχαν σπουδάσει στην Αγγλία ή χρησιμοποιούσαν άλλους γλωσσικούς κώδικες, δεν ήταν αρκετά έλληνες. Αυτό που διεκδικούσε τότε η ακροδεξιά, και όσοι το έπαιζαν "ελληνικότεροι" των άλλων [έστω και αν μιλούσαν άπταιστα μόνο την κυπριακή] ήταν το πολιτιστικό κεφάλαιο του ελληνισμού [ως ένα είδος επιβολής στους ιθαγενείς] για να διεκδικούν εξουσία – πραγματική ή συμβολική. Αυτό που διεκδικούν σήμερα όσοι βρίζουν την νεολαία γιατί δεν "μιλά καλά", είναι εξουσία πάνω τους, και μάλιστα με τρόμο, καθώς διαπιστώνουν πόσο δραματικά μετακινείται η πραγματικότητα.

Όμως, αυτή η έστω και διστακτική  αναγνώριση της ντε φάκτο διγλωσσίας φάνηκε να προσπερνιέται από την εξέλιξη της ίδιας της πραγματικότητας. Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των κυπρίων τους έχει κάνει να μιλούν όλο και περισσότερο την κυπριακή δημόσια, χωρίς το κόμπλεξ του παρελθόντος και το φόβο της λογοκρισίας ….αλλά ακόμα και αυτή η κοινωνική μετατόπιση, προσπεράστηκε από την έκρηξη των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας και των κοινωνικών δικτύων που ουσιαστικά έβαλαν στο τραπέζι άμεσες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους γραφής… νέους συνδυασμούς λέξεων και εκφράσεων κοκ.

Το ζήτημα των διαφορετικών γλωσσικών κωδικών δεν είναι βέβαια μόνο κυπριακό. Αντίθετα, είναι ένα ευρύτερο ζήτημα που προέκυψε και στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης – μπορεί να κωδικοποιηθεί με την έννοια του μορφωτικού κεφαλαίου την οποία εισήγαγε ο Μπουρντιέ. Η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας μέσω του σχολείου επιτυγχάνεται και συγκαλύπτεται ταυτόχρονα μέσω της προνομιακής αντιμετώπισης του μορφωτικού πολιτιστικού κεφαλαίου που κουβαλά κάθε μαθητής/τρια. Το σχολείο ανταμείβει το μορφωτικό κεφάλαιο που κουβαλούν οι ανώτερες τάξεις και η κουλτούρα τους και λογοκρίνει-τιμωρεί το μορφωτικό κεφάλαιο και τις δεξιότητες των λαϊκών στρωμάτων. Το σχολείο είναι σε μεγάλο βαθμό ακόμα ένας χώρος ξένος για τα λαϊκά στρώματα. Και για αυτό παρά τις τόσες οικονομικές επενδύσεις, η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας είναι εμφανής – και στη Γαλλία και στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, όπως δείχνουν οι σχετικές έρευνες.  Ο γλωσσικός κώδικας, τον οποίο επικροτεί και επιβάλει το σχολικό σύστημα, είναι ένας από τους βασικους μηχανισμούς φιλτραρίσματος της ταξικής προκατάληψης και αναπαραγωγής. Οι μαθητές/τριες από τα λαϊκά στρώματα μπορεί να είναι πανέξυπνοι [όπως στην μελέτη  του Willis «τα παλικαράκια» για μια ομάδα παραβατών μαθητών από τα λαϊκά στρώματα] αλλά νοιώθουν ότι είναι ξένοι στο σχολείο και απαντούν με το ίδιο νόμισμα.

Στην Κύπρο, δεν έχουμε απλώς ταξικούς γλωσσικούς κώδικες – όλοι οι κύπριοι μιλουν κυπριακά στην καθημερινότητα. Απλώς, οι ανώτερες τάξεις μαθαίνουν τα παιδιά τους να αλλάζουν κώδικα πιο εύκολα. Ο πόλεμος ενάντια στην κυπριακή είναι και ταξικός, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας πόλεμος status – αυτοί που δαιμονοποιούν την δικιά τους γλώσσα, όπως ένας γκέι που βρίζει τους ομοφυλόφιλους ή μια γυναίκα που βρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, ουσιαστικά διεκδικούν ένα ιδιαίτερο ρόλο εξουσίας για τους ίδιους. Μεσολαβητές ανάμεσα σε κάποιο φαντασιακό εξωτερικό κέντρο εξουσίας και μια τοπική βαρβαρότητα, την οποία προσφέρονται να "δαμάσουν" ή να καταπιέσουν για να νομιμοποιήσουν μια ενδιάμεση, δική τους θέση εξουσίας, ως διαμεσολαβητές του ιερού. Τα "ελληνικά", που δήθεν εκπροσωπούν, λίγο έχουν να κάνουν με την πραγματική ελληνική κοινωνία – είναι ένα καλούπι επιβολής.

Οι μαθητές/τριες μαθαίνουν, λοιπόν, ότι η επιτυχία δεν είναι να πουν την γνώμη τους, αλλά να τα καταφέρουν να αποδείξουν ότι μπορούν να παπαγαλίσουν σε ένα άλλο κώδικα από αυτόν που μιλούν στην καθημερινότητα. Αλλά σήμερα το χάσμα ανάμεσα στην καθημερινότητα και στην εξουσία διευρύνεται. Θα άξιζε κάποτε να μελετηθεί πώς ένα βιβλίο που γράφτηκε ως κριτική της εξουσίας, όπως  "Το Διπλό Βιβλίο" του Δ. Χατζή, διαβάζεται στην Κύπρο ως μια γλώσσα/φόρμα επιβολής, παρά το περιεχόμενό του – που μοιάζει επίσης άγνωστο. Θα μπορούσε, με όλες τις αναλογίες ελληνικής και κυπριακής πραγματικότητας της δεκαετίας του 1950 και μετά, να πει κάποιος ότι το "Ααυτο ντα φε" του Γ.Φ. Πιερίδη είναι αντίστοιχο. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να διδαχθεί γιατί αγγίζει την πραγματικότητα – την εμπειρία της κυπριακής καθημερινότητας, πέρα από το τί κρίνεται «επιτρεπτό» [η μόνη «ορθή» απάντηση] να διδαχθεί. Ο Τρύφωνας που δεν τόλμησε να κάνει κάτι μπροστά στο λυντσάρισμα του Λοΐζου/Μένοικου είναι το αντίστοιχο του «ρέκβιεμ για τον μικρό ράφτη». Αλλά η εκπαίδευση μας λογοκρίνει, όχι μόνο την γλώσσα, αλλά και την εμπειρία της καθημερινότητάς μας. Έτσι, οι μαθητές/τριες γράφουν στα μαθηματικά που είναι ένας ενιαίος παγκόσμιος κώδικας, εκφράζονται στις τέχνες [ζωγραφική ή μουσική] αλλά στην γλώσσα πάντα κολλάνε. Γιατί νοιώθουν ξένοι σε αυτό τον γλωσσικό κώδικα, σε αυτό το μορφωτικό κεφάλαιο. Γιατί κάποιοι την χρησιμοποιούν ως μηχανισμό λογοκρισίας – και οι νέοι απλώς το καταλαβαίνουν διασθητικά και αποστασιοποιούνται.

Στην Κύπρο, δεν έχουμε απλώς ταξικούς γλωσσικούς κώδικες – όλοι οι κύπριοι μιλουν κυπριακά στην καθημερινότητα. Απλώς, οι ανώτερες τάξεις μαθαίνουν τα παιδιά τους να αλλάζουν κώδικα πιο εύκολα. Ο πόλεμος ενάντια στην κυπριακή είναι και ταξικός, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένας πόλεμος status – αυτοί που δαιμονοποιούν την δικιά τους γλώσσα, όπως ένας γκέι που βρίζει τους ομοφυλόφιλους ή μια γυναίκα που βρίζει τα δικαιώματα των γυναικών, ουσιαστικά διεκδικούν ένα ιδιαίτερο ρόλο εξουσίας για τους ίδιους. Μεσολαβητές ανάμεσα σε κάποιο φαντασιακό εξωτερικό κέντρο εξουσίας και μια τοπική βαρβαρότητα την οποία προσφέρονται να "δαμάσουν" ή να καταπιέσουν για να νομιμοποιησούν μια ενδιάμεση, δική τους θέση εξουσίας, ως διαμεσολαβητές του ιερού.

Η θεσμική αποτυχία
Αυτός ο ρόλος των "ελληνικών" στο σχολείο ως μηχανισμός επιβολής δεν μειώθηκε με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου. Αντίθετα, παρά το ότι ήταν σημαντική η δημιουργία του, από τα πρώτα χρόνια επιβλήθηκε ένα ανάλογο καθεστώς λογοκρισίας που απέκλεισε τις διαφορετικές απόψεις – ο Ρ. Κατσιαούνης αποκλείστηκε και ας ήξεραν όλοι ότι ήταν ο κυρυφαίος ιστορικός της γενιάς του. Τον απέκλεισαν για να μπορούν όσοι θα αναπαρήγαν να μην έχουν την ενοχλητική άλλη άποψη. Ανάλογα και με τον αποκλεισμό του Παπαλεοντίου που εστίαζε στην κυπριακή λογοτεχνία. Όπως και πίνακας του Διαμαντή "Ο Κόσμος της Κύπρου" έτσι και η μελέτη της κυπριακής λογοτεχνίας θα παρουσιάζεται από το εξωτερικό ή θα είναι αποκλεισμένη. Όπως και η κυπριακή γλωσσική εκδοχή θα επιμένει βέβαια και ιστορικά θα δικαιωθεί. Απλώς οι αποτυχίες των μαθητών είναι η υπενθύμιση ότι οι νέοι καταλαβαίνουν και αντιδρούν με ότι έχουν - την αδυναμία μπροστά στην αντίφαση, ως μήνυμα.



Οπότε, το να ζητά κανείς από τους μαθητές/τριες να πουν την γνώμη τους για το ποτ πουρί των ψευδαισθήσεων, ήταν κωμικό. Από το ελεγχόμενο, από το παρελθόν ακόμα, πανεπιστήμιο μέχρι την ηγεσία της ΟΕΛΜΕΚ επικρατεί η άποψη ότι υπάρχει μια "ορθη" απάντηση. Γι’ αυτό αποκλείστηκαν καθηγητές από το πανεπιστήμιο, για αυτό ο  Ταλιαδώρος το είπε με τόση σαφήνεια στη μακάρια άγνοιά του:
«ήταν τραγελαφικό και πέραν κάθε δεοντολογικής διαδικασίας, το γεγονός ότι καθορίστηκε η ορθή απάντηση, σε κάποιες απο τις ερωτήσεις, μέσα από την διαδικασία της ψηφοφορίας της ομάδας των διορθωτών».
Υπάρχει πάντα μια σωστή απάντηση, λέει, ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ – και εννοεί, ακόμα και αν δεν υπάρχει, θα πρέπει να κηρυχθεί μια, ως απόλυτα σωστή. Πού ξανακούστηκε να ψηφίζουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν πολλές απόψεις;
Όσοι, λοιπόν, θέλουν μπορεί να δοκιμάσουν να αφουγκραστούν το μήνυμα της σιωπηλής κραυγής των νέων μπροστά στο αδιέξοδο της αντίφασης, στην οποία τοποθετήθηκαν – να εφεύρουν την απαγορευμένη άλλη άποψη με κριτική σκέψη, η οποία στη διδασκαλία τους δεν υπήρχε. Οι άλλοι, ας περιμένουν την αναπροσαρμογή των βαθμών. Η ιστορία θα δικαιώσει, όπως και τον προηγούμενο αιώνα, την καθημερινότητα.







[1] «Η  γλωσσική μορφή της Κύπρου γράφεται διαφόρως, προφέρεται διαφόρως, ουδόλως ανάγεται εις την κοινή, είναι ακατανόητος τοις άλλοις Έλλησιν, αντιδικεί προς την κοινήν, ουδόλως δέχεται την ρομανικήν μεταγραφην της Ελληνικής γλώσσης, συνδέεται προς την Αγγλικήν γλώσσαν, υπεραίρεται, καλλιεργείται, διδάσκεται, εκφράζει την νέαν υπόστασιν των Κυπρίων, ώστε έχει επαρκή χαρακτηριστικά, ίνα καταταγή ως γλώσσα.» Μενέλαος Χριστοδούλου. 1993. Η σημερινή φάσις της Ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω. Στο Ελλάδος Φθόγγον Χέουσα Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κυκκου.
[2] «Η  γλωσσική μορφή της Κύπρου γράφεται διαφόρως, προφέρεται διαφόρως, ουδόλως ανάγεται εις την κοινή, είναι ακατανόητος τοις άλλοις Έλλησιν, αντιδικεί προς την κοινην, ουδόλως δέχεται την ρομανικήν μεταγραφήν της Ελληνικής γλώσσης, συνδέεται προς την Αγγλικήν γλώσσαν, υπεραίρεται, καλλιεργείται, διδάσκεται, εκφράζει την νέαν υπόστασιν των Κυπρίων, ώστε έχει επαρκή χαρακτηριστικά, ίνα καταταγή ως γλώσσα.» Μενέλαος Χριστοδούλου. 1993. Η σημερινή φάσις της Ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω. Στο Ελλάδος Φθόγγον Χέουσα Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κυκκου.
[3] Το ότι ο κ. Ευδόκας, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως ένας βασικός συντελεστής της εισαγωγής της ψυχανάλυσης στην Κύπρο, μπορούσε την δεκαετία του 1960 να εισηγείται ότι η κυπριακή γλωσσική εκδοχή ήταν πρόβλημα γιατί εμπόδιζε την ένωση, είναι εκφραστικό πως η λαγνεία της εξουσίας του υπερεγώ φίλτραρε μέχρι και τη διαδικασία της ανάλυσης. Προφανώς, ήταν μια απόπειρα επιβολής της εξουσίας και του οιδοιπόδειου φόβου του ευνουχισμού – ακόμα και μέσα από τη ψυχανάλυση.
[4] Το έργο της Άννας Φραγκουδάκη στην Ελλάδα είνα ίσως το πιο γνωστό στην ελληνόφωνη βιβλιογραφία.
[5] Το ότι η οργάνωση των καθηγητών της ΕΔΕΚ στηρίζει αυτή τη συντηρητική στροφή είναι εκφραστικό του πόσο επιδερμικά ασχολούνται μερικοί με το αντικείμενο. Η ΕΔΕΚ στην ηρωική της περίοδο της δεκαετίας του 1970 υποστήριζε απόψεις όπως του Μεσημβρινού με εισηγήσεις για ριζοσαπστική δημοτική ακόμα και στον τρόπο γραφής. Ξεχάστηκε και αυτό, όπως και ο Δ. Λοΐζου. 

Η απολογία-κατάρρευση του Ρίκκου, η αποκάλυψη του πώς γίνεται η διαπλοκή μέσω δικηγόρων - πώς στήνονται υποθέσεις ή και δίκες, και η ιστορική ευθύνη που ανέλαβε ο Κ. Κληρίδης [και τώρα δεν θα πρέπει να πουν τουλάχιστον ένα συγνώμη όλοι αυτοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ΜΜΕ που στήριζαν το θέαμα του Ρίκκου, ενώ εκείνος έστελλε sms συναλλαγής;]



Η απότομη μετατροπή του Ρ. Ερωτοκρίτου από κατήγορο μέσω των μισών σχεδόν ΜΜΕ [και εδώ φυσικά τίθεται και θέμα διαπλοκής και δημοσιογράφων], αλλά και κομμάτων, σε άτομο που ζητά συγνώμη και αναιρεί όσα είπε και φώναξε πριν, έχει βέβαια τις κωμικές της διαστάσεις, αλλά αγγίζει και μια βαθύτερη ουσία που πολλοί θέλουν να αποφύγουν. Με βάση την απολογία του Ρίκκου προς τον κ. Κληρίδη είναι σαφές, κατ’ αρχήν, ότι μερικοί δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, αλλά και πολιτικοί, είναι πρόθυμοι να κατασκευάζουν παραπλανητικά θεάματα. Διότι το να επικαλείται ο κ. Ερωτοκρίτου την ταραχή του κλπ είναι ένα ζήτημα – το ότι όμως ο κ. Καλατζής λ.χ. προανάγγελλε όλα όσα τώρα αποσύρει ο κ. Ερωτοκρίτου είναι σαφώς ενδιαφέρον. Όπως και το ότι οι κ. Διονυσίου, Χατζηβασίλης κλπ προσπαθούσαν να υπονομεύσουν την έρευνα για τον κ. Ερωτοκρίτου. Αυτοί δεν είχαν ταραχή – όπως ταραχή δεν είχε ούτε το προεδρικό, ουτε ο ΔΗΣΥ, ούτε το ΕΥΡΩΚΟ, αλλά ούτε κα η νέα ηγεσία της ΕΔΕΚ που πρόσφερε απρόσμενη[;] στήριξη στα θεάματα του Ρίκκου. Μέχρι και συνδέσμους  «δημοκρατικών δικηγόρων» εφηύραν μερικοί τότε.

Με βάση την απολογία του Ρίκκου προς τον κ. Κληρίδη είναι σαφές, κατ’ αρχήν, ότι μερικοί δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, αλλά και πολιτικοί, είναι πρόθυμοι να κατασκευάζουν παραπλανητικά θεάματα. Διότι το να επικαλείται ο κ. Ερωτοκρίτου την ταραχή του κλπ είναι ένα ζήτημα – το ότι όμως ο κ. Καλατζής λ.χ. προανάγγελλε όλα όσα τώρα αποσύρει ο κ. Ερωτοκρίτου είναι σαφώς ενδιαφέρον

Σε ένα δεύτερο επίπεδο όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο δείχνουν μια σαφή τάση διαπλοκής ελ μέρους μερίδας δικηγόρων – και το ιστορικό βάρος που αναλαμβάνει ο κ. Κληρίδης μπροστά σε αυτό που φαίνεται να είναι ένας πραγματικός στάβλος του Αυγεία.. Κατ’ αρχήν υπάρχει το δεδομένο ότι, ενώ ο Ρίκκος κτυπιέται δημόσια και κόμματα και δημοσιογράφοι του κάνουν πλάτες και τον προβάλλουν, ο ίδιος προσπαθεί να τα βρει με τον κ. Κληρίδη παρασκηνιακά. Άρα ο Ρίκκος ήξερε ότι έλεγε ψέματα δημόσια. Άρα το ίδιο έκανε και για πολλά άλλα θέματα – γιατί φώναζε και για άλλα θέματα δημόσια. Αν υπάρχει δικαιοσύνη θα πρέπει να διερευνηθούν τα sms  του Ρίκκου στις υποθέσεις που ανέλαβε και οδήγησε στα δικαστήρια – έστελλε λ.χ. sms στον κ. Σάντη; Το ότι πριν τις απολογητικές αποκαλύψεις του Ρίκκου, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας αποκάλυψε με τη σειρά του ότι είχε δεχθεί προσφορές για συναλλαγή τις οποίες απέρριψε είναι από μόνο του κραυγαλέο σημείο απόπειρας διαπλοκής. Διότι εμφανώς αυτό το οποίο ήθελε και θέλει να αποφύγει ο κ. Ερωτοκρίτου είναι τη δίκη για την υπόθεση της Providencia. Έτσι, έστησε ολόκληρη βιομηχανία λάσπης δημόσια με την συνεργασία αρκετών [ΜΜΕ και κομμάτων] για να εκβιάσει συναλλαγή – ακριβώς δηλαδή όπως στην υπόθεση της Providencia. Να συμφωνήσουν, δηλαδή, μεταξύ τους οι δικηγόροι, εισαγγελείς κλπ, και να πέσει το θέμα στα μαλακά – ο Ρίκκος να σταματήσει την λάσπη και ο Κληρίδης να αφήσει την υπόθεση να πέσει στα μαλακά. Όπως φαίνεται να έκανε το γραφείο Νεοκλέους στην υπόθεση του Ρίκκου με την Λαϊκή – όταν δεν πήγε δικαστήριο, όπως έγινε και όταν υποσχέθηκαν στον Λίλλη ότι θα κάποιοι στην εισαγγελία «θα παίξουν πελλόν» για τις άλλες υποθέσεις, αν «δώσει» αυτούς που ήθελε ο Ρίκκος.
…. όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο δείχνουν μια σαφή τάση διαπλοκής εκ μέρους μερίδας δικηγόρων – και το ιστορικό βάρος που αναλαμβάνει ο κ. Κληρίδης μπροστά σε αυτό που φαίνεται να είναι ένας πραγματικός στάβλος του Αυγεία.. Κατ’ αρχήν υπάρχει το δεδομένο ότι, ενώ ο Ρίκκος κτυπιέται δημόσια και κόμματα και δημοσιογράφοι του κάνουν πλάτες και τον προβάλλουν, ο ίδιος προσπαθεί να τα βρει με τον κ. Κληρίδη παρασκηνιακά. Άρα ο Ρίκκος ήξερε ότι έλεγε ψέματα δημόσια. Άρα το ίδιο έκανε και για πολλά άλλα θέματα – γιατί φώναζε και για άλλα θέματα δημόσια. Αν υπάρχει δικαιοσύνη θα πρέπει να διερευνηθούν τα sms  του Ρίκκου στις υποθέσεις που ανέλαβε και οδήγησε στα δικαστήρια – έστελλε λ.χ. sms στον κ. Σάντη; Το ότι πριν τις απολογητικές αποκαλύψεις του Ρίκκου, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας αποκάλυψε με τη σειρά του ότι είχε δεχθεί προσφορές για συναλλαγή τις οποίες απέρριψε είναι από μόνο του κραυγαλέο σημείο απόπειρας διαπλοκης. Διότι εμφανώς αυτό το οποίο ήθελε και θέλει να αποφύγει ο κ. Ερωτοκρίτου είναι την δίκη για την υπόθεση της Providencia.

Το κόλπο της συγκάλυψης του δικηγορικού γραφείου: έστελλε αιτήματα στον Ρίκκο Ερωτοκρίτου, ξέροντας ότι αυτός θα τα διαχειριστεί, αλλά απέκρυβε την διεύθυνση για να μην φανεί η σύγκρουση συμφερόντων – αλλά παρά την απουσία διεύθυνσης στα αιτήματα, το δικηγορικό γραφείο έβγαζε τιμολόγια και μυστηριωδώς έπαιρνε και απαντήσεις…
Η διαδικασία για την παύση του Ρίκκου Ερωτοκρίτου από τη θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα έφτασε σε ένα αποκορύφωμα αυτή τη βδομάδα με την έκπληξη της Παρασκευής – όπως χαρακτηρίστηκε από ΜΜΕ -  με την απολογία του Ρίκκου Ερωτοκρίτου προς το Κώστα Κληρίδη, Γενικό Εισαγγελέα. Το background  ήταν εξίσου ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό - προηγήθηκε η κατάθεση μαρτύρων υπεράσπισης του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα που δεν βρήκε μεν το δρόμο στις κύριες ειδήσεις, αλλά πιθανώς προδιέγραφε κατά κάποιο τρόπο την πορεία των πραγμάτων.

Την Πέμπτη, 25 Ιουνίου, είχαν καταθέσει ως μάρτυρες υπεράσπισης, η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο «Ρίκκος Ερωτοκρίτου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.», Στέλλα Ευριπίδου, που σύμφωνα με τις έρευνες της Ελεγκτικής Υπηρεσίες ήταν μία εκ των δύο δικηγόρων[1] του δικηγορικού γραφείου που φέρει το όνομα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα που «ζητούσαν αναστολή ποινικών διώξεων σε υποθέσεις οφειλών ΦΠΑ, με αιτήματα τα οποία απευθύνονταν προσωπικά προς τον ίδιο τον Βοηθό Γενικού Εισαγγελέως.» Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και της αντεξετάσης της, η κα. Ευριπίδου, μάλλον «έκαψε» τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου. Αρχικά, προσπάθησε να επιβεβαιώσει τη θέση του κ. Ερωτοκρίτου ότι είχε διακόψει κάθε σχέση με το δικηγορική εταιρεία και ότι «οι μετοχές της διαμοιράστηκαν σε αυτήν και τον συνάδελφο της Ανδρέα Κυπρίζογλου» [2] . Όταν, όμως, ρωτήθηκε που απευθύνονταν οι αιτήσεις για υποθέσεις ΦΠΑ [στις οποίες φαίνεται να υπήρχε εμπλοκή του Ρίκκου Ερωτοκριτου από τη θέση του ως βοηθός γενικού εισαγγελέα, ενώ οι υποθέσεις αφορούσαν το δικηγορικό του γραφείο] η μάρτυς απάντησε με αφοπλιστική σαφήνεια: «Η μαρτυράς είπε ότι ήταν γνωστό στον δικηγορικό κόσμο ότι τις υποθέσεις ΦΠΑ τις χειριζόταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας.» Ουσιαστικά, δηλαδή, η εταιρεία τυπικά έκανε ότι δεν είχε σχέση με τον Ρίκκο, ενώ στην ουσία του έστελλε αιτήσεις, για τις οποίες και ο ίδιος λογικά ήξερε και όσοι τις έστελλαν, ότι αφορούσαν πελάτες του δικού του δικηγορικού γραφειου. Και με δεδομένες τις υποθέσεις, όπως του ΙΠΕ, όπου ο βοηθός γενικός εισαγγελέας παρενέβηκε για να ανατρέψει απόφαση για σύγκρουση συμφερόντων και παρατυπία [με στόχο να πληρωθεί πελάτης του δικηγορικού γραφείου – με το οποίο υποτίθεται δεν είχε σχέση], είναι μάλλον εμφανές ότι υπήρχε συγκαλυμμένη συμπαιγνία. Και αυτό φάνηκε ακόμα πιο έντονα με την αναφορά στην επιστολογραφία. Όταν ο δικηγόρος του Γενικού εισαγγελέα έθεσε το θέμα ότι στις αιτήσεις για αναστολή ΦΠΑ, δεν υπήρχε διεύθυνση για να αποσταλεί απάντηση αλλά στους πελάτες «εκδίδονταν τιμολόγια με το λογότυπο της δικηγορικής τους εταιρείας», ήταν πλέον σαφές ότι αποκρυβόταν στην αίτηση το όνομα του δικηγορικού γραφείου για να μην φαίνεται η σύγκρουση συμφερόντων του Ρίκκου, και αφού διευθετείτο «βολικά» το θέμα, ο πελάτης πλήρωνε την εταιρεία. Όταν ο δικηγόρος ρώτησε την συνεργάτιδα του κ. Ερωτοκρίτου, που αποστελόταν η απάντηση, αφού δεν υπήρχε διεύθυνση στην αίτηση, η απάντηση έμοιαζε με υπεκφυγή: «Αν υπήρχε κάτι επιλήψιμο, τα αίτημα θα αποστελλόταν στον γενικό εισαγγελέα». Αυτό, όμως, σημαίνει ότι οι απαντήσεις έφταναν στο γραφείο ..με κάποιο αόρατο τρόπο.. Αιτήσεις ανώνυμες, σε άτομο που ήταν βασικός μέτοχος στο γραφείο που τις διαχειριζόταν, χωρίς να θέλει να φαίνεται, είναι, το λιγότερο, μια ύποπτη συγκάλυψη. Και οι τέως συνεργάτες του Ρίκκου δεν τον βοήθησαν.

Η απολογία του Ρίκκου και η αποκάλυψη της προσπάθειας του να πετύχει συναλλαγή – ακόμα και τότε που φώναζε δημόσια με δημοσιογράφους και πολιτικούς να αναπαράγουν τις, όπως παραδέχεται και ο ίδιος πια, προσπάθειες παραπλάνησης που κατασκεύαζε
Την επόμενη μέρα, την Παρασκευή 26 Ιουνίου, κατατέθηκαν ως τεκμήριο τα γραπτά μηνύματα που έστελλε ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου στον Κώστα Κληρίδη για την υπόθεση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζουν δύο, ένα που στάληκε στις 15 Μαΐου 2015, στις 7.25 μμ. και φαίνεται να είναι το μοναδικό που απάντησε ο Γενικός Εισαγγελέας και ένα άλλο που στάληκε μια μέρα μετά, στις 16 Μαΐου, στις 8.24 π.μ. Τα γραπτά μηνύματα του Ρίκκου Ερωτοκρίτου ανέφεραν:
«Κώστα, κατ αρχήν σου ζητώ συγγνώμη, που σε ενοχλώ, με αυτό το μυν. Τα πραγματα ομως εχουν φθάσει σε οριακό σημείο. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΞΕΦΥΓΕΙ ΟΜΩΣ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΚΟΜΑ. Ακόμα ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΜΟ, πιστεψ  με  .Οι δημοσιογραφοι πιεζουν ΑΦΟΡΗΤΑ. Σε παρακαλω πολυ αν συμφωνεις να μιλησουμε λιγο. Ησυχα και ανθρωπινα οι 2 μας. Αποψε αν μπορεις ερχομαι εγω πες μου απλως την ωρα. Θα σε ακουσω και θα με ακουσης. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΒΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΜΟΥ Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ , πριν μιλησουμε. ΑΚΟΜΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥΜΕ. Περιμενω μυν σου, και ειλικρινα παλι συγνωμη που σε ενοχλω»[3]

«Κωστα μου καλημερα, ΕΥΧΟΜΑΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ, ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ, να μας ΦΩΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΓΙΝΗ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ, και για τον κοσμο που παρακολουθει.Ειμαστε μονοι μας , ΚΑΙ ΟΙ 2,η ευθυνη ανηκει μονο σε μας, ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΜΑΣ. Αν τελικα, μιλησουμε, ΣΤΟ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΣΤΟ ΘΕΟ, και στο γραφω, πως θαμαι διπλα σου, ΣΑΝ ΑΔΕΛΦΟΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ»

Αυτά τα μηνύματα ουσιαστικά επιβεβαιώνουν προηγούμενη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα, όταν κατά την αντεξέτασή του από τον Ευάγγελο Πουργουρίδη, δικηγόρο του Ρίκκου Ερωτοκρίτου, ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Εκείνο που είναι αλήθεια είναι ότι έγιναν πολλές προσπάθειες από την άλλη πλευρά για διαφόρων μορφών συναλλαγές στην άλλη υπόθεση[4], τις οποίες δεν δέχθηκα»[5]
Μάλιστα, το γεγονός ότι ο Ευάγγελος Πουργουρίδης, δεν διέψευσε ούτε και ζήτησε διευκρινήσεις από τον Κώστα Κληρίδη, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως η πρώτη επιβεβαίωση, πριν τα πιο πάνω μηνύματα του Ρίκκου Ερωτοκρίτου. Επιπρόσθετη επιβεβαίωση αυτής της προσπάθειας μπορεί επίσης να θεωρηθεί και η αναφορά του δικηγόρου του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Γενικού Εισαγγελέα και προηγήθηκε της πιο πάνω δήλωσής του:
«Δεν είναι αλήθεια κ. Κληρίδη ότι η υπεράσπιση προκειμένου ν’ αποφευχθεί αυτό το δυσβάσταχτο φαινόμενο της αντεξέτασής σας, σάς είχε προτείνει να ετοιμάζατε ένα κείμενο με όλα τα γεγονότα, τα οποία θέλατε να θέσετε ενώπιον του Συμβουλίου, χωρίς χαρακτηρισμούς, γνώμες κτλ και να τα δηλώναμε στο Συμβούλιο ως παραδεκτά;»[6]
Στην γραπτή του κατάθεση την ίδια μέρα, ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου, μεταξύ άλλων απολογήθηκε στον Κώστα Κληρίδη:
"Θέλω τελειώνοντας, με ειλικρίνεια να δηλώσω μέσω του Συμβουλίου, προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην σύζυγό του, που πρόσεξα ότι βρίσκεται μέσα στην αίθουσα καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και σε όλη του την οικογένεια την ειλικρινή μου συγγνώμη, για την οδύνη που τους προξένησα, για τα όσα είπα υπό το κράτος των πιο πάνω συναισθημάτων μου. Τον παρακαλώ θερμά να την δεκτεί αναγνωρίζοντας πως αν χρειάζεται τόλμη, για να μιλήσει κάποιος δημόσια χρειάζεται δύο φορές τόλμη και ευθυκρισία για να παραδεκτεί δημόσια και μάλιστα ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, ότι αυτά που είπε ήταν λάθος"

Με αυτή την απολογία, ο Ρίκκος ουσιαστικά κάλεσε τους πάντες, και όχι μόνο τον Γενικό Εισαγγελέα που κατάλαβε ότι «πικράθηκε» - να ξεχάσουν και τα όσα έλεγε και τα όσα έκανε τόσες βδομάδες τώρα. Απλώς ως υπενθύμιση να αναφέρουμε μερικές χαρακτηριστικές ενέργειες και δηλώσεις:
-       Με το που ανακοίνωσε τα ευρήματα στο πόρισμα Καλλή, ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου είχε οργανώσει σε χρόνο ντε-ντε διάσκεψη τύπου στην οποία κατήγγειλε το «κοινωνικο-οικονομικό κατεστημένο της πρωτεύουσας» για «καθαρή συνωμοσία εις βάρος του σε σχέση με τις ενέργειές του για τις έρευνες για την οικονομία», ξεκαθάριζε  ότι θα παραμείνει στη θέση του και κατήγειλε το Γενικό Εισαγγελέα για δεκασμό[7]
-       Άμεσα προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του Κώστα Κληρίδη στην Αστυνομία[8] και στη συνέχεια συμπληρωματικές καταθέσεις, που σε όλες τις περιπτώσεις συνοδεύονταν από δηλώσεις στα ΜΜΕ, μάλιστα σε μια περίπτωση διακόπηκε η κατάθεση για να μπορέσει να προβεί σε δηλώσεις. Επιπρόσθετα, είχαμε και το θέαμα για την προστασία της κατάθεσής του
-       Με το διορισμό εισαγγελέων για την εξέταση των καταγγελιών Ρίκκου Ερωτοκρίτου εναντίον του Πέτρου Κληρίδη απέστειλε δύο επιστολές στους εισαγγελείς καλόντας τους να αποφύγουν οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση[9]
-       Λίγο αργότερα, απέστειλε επιστολή στον πρόεδρο της Βουλής ζητώντας να εγγραφεί στη βουλή ζήτημα για συζήτηση και διερεύνηση των καταγγελιών του εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα[10]
Στη γραπτή του κατάθεση, λοιπόν, ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα, πέραν από την απολογία προς τον Γενικό Εισαγγελέα, επαναλαμβάνει την ένστασή του ότι δεν υπάρχει κανένα παράπτωμα, αμφισβήτηση των θεσμών, τίποτα επιλήψιμο ή «πραγματική ή φαινομενική ασυμβατότητα». Μάλιστα, υπεραμύνεται των χειρισμών του στην υπόθεση της Providencia, το ιστορικό της οποίας αναφέρει και στην γραπτή κατάθεσή του[11].

Η εμμονή με το θέμα της Providencia είναι αποκαλυπτική του τί φοβάται ο Ρίκκος
Αυτό συμβαίνει κατά παράδοξο τρόπο και ξενίζει, αφού η υπόθεση που εκδικαζόταν αυτές τις μέρες αφορούσε την παύση του, μετά από σχετικό αίτημα που υπέβαλε ο Γενικός Εισαγγελέας. Μάλιστα, το αίτημα για παύση του Ρίκκου Ερωτοκρίτου δεν βασίζεται στα όσα προέκυψαν με το χειρισμό της υπόθεσης Providencia, που έτσι κι αλλιώς οδηγήθηκε στο Κακουργιοδικείο. Για το αίτημα παύσης του Ρίκκου Ερωτοκρίτου  προβάλλεται ως λόγος η επίδειξη ανάρμοστης συμπεριφοράς, η οποία «αναφέρεται σε πράξεις, ενέργειες και δηλώσεις του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα κατά την κατά την περίοδο μεταξύ 14.4.15 – 23.4.15 καθώς και σε χειρισμούς ποινικών υποθέσεων που αφορούν Φ.Π.Α. υπό συνθήκες που υποδηλώνουν σύγκρουση συμφέροντος, σε προγενέστερη χρονική περίοδο»[12]. Επομένως, δικαιολογημένα, ξενίζει το γεγονός ότι ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, σε μια γραπτή εντεκασέλιδη κατάθεσή του για την παύση του επιλέγει να αναφερθεί στην ουσία της υπόθεσης αυτής με μερικές παραγράφους (παράγραφος 27,28-31, έστω και παράγραφος 32) που δεν ξεπερνούν τη μιάμιση σελίδα, ενώ για την Providencia που αφορά υπόθεση για την οποία ο ίδιος κατηγορείται ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κάνει συνεχείς αναφορές – περιλαμβανομένου και σύντομου ιστορικού της υπόθεσης όπως ο ίδιος το αντιμετώπισε - από την παράγραφο 10, στη σελίδα 3 μέχρι την παράγραφο 25, στη σελίδα 8, οπόταν και εξηγεί για τα αισθήματα που του προκάλεσαν και τις γνωστές, πλέον, αντιδράσεις για τις οποίες ζητείται η παύση του.

Και τώρα τί; Το βαρύ φορτίο που ανέλαβε ο κ. Κληρίδης με την ιστορική έκρηξη του τον Απρίλιο «Ντροπή»
Το ερώτημα είναι γιατί αποφάσισε να φορέσει αυτήν τη δημόσια εικόνα/ρόλο τώρα ο κ. Ερωτοκρίτου. Ο πιο εμφανής λόγος είναι ότι όλα όσα δοκίμασε μέχρι στιγμής, απέτυχαν. Όχι μόνο δεν τρομοκράτησε τον κ. Κληρίδη, παρά τα δίκτυά του στα ΜΜΕ δεν έπεισε ούτε εκεί, αλλά και οι συνεχείς απορρίψεις των ενστάσεων του από το Ανώτατο, είναι μάλλον ενδεικτικές για το πού φυσά ο άνεμος. Και ο ίδιος εμφανώς είναι τρομοκρατημένος από την πιθανότητα να προχωρήσει η υπόθεση της Providencia, όπου η συναλλαγή είναι κραυγαλέα και οπου εμπλεκονται και αλλοι «μεγαλυτεροι παικτες» - όπως το γραφειο Νεοκλεους.

Άρα υπάρχουν δυο πιθανότητες – καταλαβαίνει ή τον έχουν συμβουλέψει να χαμηλώσει του τόνους[13], να αποδεχθεί κάποια λάθη με την ελπίδα ότι θα απαλλαγεί από τα χειρότερα είτε με κάποια συναναλλαγη, είτε χωρίς συναλλαγή [αποδοχή δηλαδή παρασκηνιακής συμφωνίας από τον κ. Κληρίδη] με την ελπίδα ότι θα επηρεαστεί είτε ο Κληρίδης, είτε το δικαστήριο. Είναι σαφές ότι στο πίσω μέρος αυτών των αλλαγών στη στάση του Ρίκκου υπάρχει η αλλαγή δικηγόρων. Ο ένας αποχώρησε, ο άλλος έφυγε και έκανε κίνηση να συνεχίσει την επίθεση εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, ενώ τελικά εμφανίστηκε ως δικηγόρος του Ρίκκου το γραφείο Πουργουρίδη. Η υποψία ότι ο Πουργουρίδης είναι πίσω από αυτήν την αλλαγή-παραδοχή του Ρίκκου είναι σαφής.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν υπήρξε/υπάρχει και συναλλαγή. Ο κ. Κληρίδης αναλαβε βαρύ φορτίο με τη δημόσια αντιπαράθεσή του με την εξουσία τον Απρίλιο. Και επιβεβαίωσε αυτήν τη θέση με την αποκάλυψή του ότι δεν δέχτηκε τις προτάσεις του Ρίκκου. Αν τώρα, όμως φανεί ότι κτίζεται μια συναλλαγή,[14] όπου θα παραιτηθεί ο Ρίκκος, αλλά θα πέσει στα μαλακά η υπόθεση της Providencia ο κ.Κληρίδης θα είναι και ο ίδιος αιχμάλωτος της ιστορικής του φράσης-λέξης : «ντροπή».

Το άνοιγμα της υπόθεσης της Providencia.. δεν αφορά μόνο τον Ρ. Ερωτοκρίτου. Αφορά το πώς στήνονται ανταλλαγές ιδιαίτερα στο χώρο της δικαιοσύνης… Και η προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στην κυπριακή δικαιοσύνη με την καταπολέμηση της διαπλοκής των στημένων δικών και των συναλλαγών,  αφορά άμεσα τον κ. Κληρίδη ως ιστορικό φορτίο το οποίο ανέλαβε με την ιστορική του κίνηση τον Απρίλιο του 2015.

Το ότι αυτή η υπόθεση της διερεύνησης του Ρίκκου και των στημένων δικών έχει ευρύτερη σημασία για τους πολίτες μπορεί  να το δει κάποιος και από την νέα ευαισθησία για τη διαπλοκή. Σε δημοσίευμα λ.χ. στο Φιλελεύθερο στις 25/6 με τίτλο "Έχτισε σπίτι και το πληρώνει το κράτος. Στην εισαγγελία στοιχεία διαφθοράς σε έργο του δημοσίου»[15], η υπόθεση θυμίζει ανταλλαγή στο στυλ της Providencia. Σε ένα δημόσιο έργο «υπάρχει πιστοποίηση ενός σημαντικού επιπλέον ποσού για εργασία που εκτέλεσε εργολάβος, παρά το γεγονός ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία όσο και ο επιμετρητής του έργου είχαν αντίθετη άποψη. Ο εργολάβος όμως έχει πιστοποίηση από αρχιτέκτονα του οποίου ανέγειρε και το σπίτι την ίδια περίοδο.» Δηλαδή τον πλήρωσε για την έγκριση του επιπλέον ποσού με μείωση του κόστους στην ανέγερση του δικού του σπιτιού. Είναι η παλιά διαδικασία που υπήρχε και στο στήσιμο των τιμών στο χρηματιστήριο «I scratch your back you scratch my back»Είναι το μεγάλο σκάνδαλο που συγκαλύφθηκε στην Πάφο με την απαλλαγή των εργολάβων που έκαναν υπερχρεώσεις 38.3 εκατομμυρίων και δεν κατηγορήθηκε ούτε ένας από αυτούς. Μια υπόθεση του Ρίκκου επίσης. Το άνοιγμα της υπόθεσης της Providencia,  κατά συνέπεια, δεν αφορά μόνο τον Ρ. Ερωτοκρίτου. Αφορά το πώς στήνονται ανταλλαγές ιδιαίτερα στο χώρο της δικαιοσύνης. Και πάλι εδώ οι ηχογραφήσεις της Δρομολαξιάς είναι η ιστορική εικόνα που θα στοιχειώνει την κυπριακή δικαιοσύνη. Και η προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στην κυπριακή δικαιοσύνη με την καταπολέμηση της διαπλοκής των στημένων δικών και των συναλλαγών,  αφορά άμεσα τον κ. Κληρίδη ως ιστορικό φορτίο το οποίο ανέλαβε με την ιστορική του κίνηση τον Απρίλιο του 2015.





[1] Ο άλλος δικηγόρος ο κ. Ανδρέας Κυπρίζογλου, αντιμετωπίζει κατηγορίες δωροδοκίας αξιωματούχου, δεκασμού, συνωμοσίας κ.αλ. ενώπιον του Κακουργιοδικείου για την υπόθεση Providencia σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή κ. Παναγιώτη Καλλή, ενώ φαίνεται να εμπλέκεται και στην άλλη υπόθεση που σχετίζεται με τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου, αυτήν του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας (ΙΠΕ), αφού παρουσιάζεται ως σύγαμπρος του καθηγητή-προγραμματιστή, ο οποίος συμμετείχε στο επίμαχο χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα και σύμφωνα με τις έρευνες παρουσίασε ψευδείς παραστάσεις.
[4] Σημείωση: Η άλλη υπόθεση αφορά στην ποινική δίωξη του Ρίκκου Ερωτοκρίτου για το θέμα της Providencia
[13] Όπως παραδεχεται και την απολογια του σελ 10, παραγραφος 32 «Η νηφαλιότητα της χρονικής απόστασης από τις 14/4/2015 μέχρι σήμερα, με τη συνδρομή των δικηγόρων μου,
[14] Όπως φάνηκε να υποστηρίζει ένας από τους τέως δικηγόρους του Ρίκκου..»
[15] σελιδα 1, του Άγγελου Νικολάου